Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Χαιρετίσματα από τη Μπέρθα



Χαιρετίσματα από τη Μπέρθα

Εξετάσεις Δραματικής Σχολής Αγίας Βαρβάρας

Υπεύθυνος καθηγητής Λάζαρος Γεωργακόπουλος

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΠΕΡΘΑ

ΤΕΝΝΕΣΣΗ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Γκόλντι Μπέρθα Λένα Κορίτσι (Δωμάτιο στην «Κοιλάδα», τη γνωστή περιοχή με τα πορνεία, δίπλα στο ποτάμι, στο ανατολικό Σαιν Λούις. Στο κέντρο ένα μπρούντζινο, ξέστρωτο κρεβάτι με μαξιλάρια και σκεπάσματα, όπου κάθεται ανήσυχη η Μπέρθα, μια μεγαλόσωμη, ξανθιά πόρνη. Στο δεξιό τοίχο μια βαριά, παλιομοδίτιχη τουαλέτα με επίχρυσα πόμολα, φανταχτερό μεταξωτό κάλυμμα και πάνω του δυο κούκλες. Φτηνοπεριοδικά πεταμένα στο πάτωμα. H ταπετσαρία του τοίχου υπερβολικά ζωηρόχρωμη -μεγάλα τριαντάφυλλα- και σχισμένη ή ξεκολλημένη σε μερικά σημεία. Στο ταβάνι μεγάλοι, κίτρινοι λεκέδες, ένας παλιομοδίτικος πολυέλαιος με κόκκινα, κρεμαστά γυαλάχια στο κέντρο του ταβανιού. Η Γκόλντι μπαίνει από την πόρτα που είναι στον αριστερό τοίχο. Φοράει ένα λερωμένο, ασπρόμαυρο φόρεμα από σατέν, που κολλάει πάνω στο σχεδόν άσαρκο κορμί της. Στέκεται στο κατώφλι της πόρτας καπνίζοντας και κοιτάζει ανυπόμονα τη Μπέρθα, που τώρα έχει ξαπλώσει μπρούμυτα) ΓΚΟΛΝΤΙ: Λοιπόν, Μπέρθα, αποφάσισες τι θα κάνεις; (Προς στιγμή, καμία απάντηση) ΜΠΕΡΘΑ: (Μουγκρίζει) Δεν ξέρω. ΓΚΟΛΝΤΙ: Πρέπει ν' αποφασίσεις. ΜΠΕΡΘΑ: Δεν μπορώ ν' αποφασίσω τίποτα. ΓΚΟΛΝΤΙ: Γιατί; ΜΠΕΡΘΑ: Είμαι φοβερά κουρασμένη. ΓΚΟΛΝΤΙ: Αυτό δεν είν' απάντηση. ΜΠΕΡΘΑ: (Στριφογυρίζει εκνευρισμένη) Ε, αυτή να κάτσω εδώ ξαπλωμένη και να είναι η μόνη απάντηση που ξέρω. Θέλω ξανασκεφτώ την όλη κατάσταση. ΓΚΟΛΝΤΙ: Δυο βδομάδες τώρα αυτό χάνεις - κάθεσαι ξαπλωμένη και σκέφτεσαι. (Η Μπέρθα δίνει μια απάντηση που δεν ακούγεται) Πρέπει ν' αποφασίσεις. Η κοπέλα το θέλει το δωμάτιο. ΜΠΕΡΘΑ: (Με βραχνό γέλιο) Να το πάρει! ΓΚΟΛΝΤΙ: Πώς να το πάρει μ' εσένα μέσα; ΜΠΕΡΘΑ: (Χτυπάει την παλάμη της στο κρεβάτι) Ωχ, Θεέ μου! ΓΚΟΛΝΤΙ: Σύνελθε επιτέλους, Μπέρθα. (Η Μπέρθα στριφογυρίζει πάλι και μουγκρίζει) ΜΠΕΡΘΑ: Τι έχω πάθει; ΓΚΟΛΝΤΙ: Είσαι άρρωστη. ΜΠΕΡΘΑ: Έχω φοβερό πονοκέφαλο. ΓΚΟΛΝΤΙ: Δυο βδομάδες τώρα κάθεσαι ξαπλωμένη και λες αηδίες. Το πιο λογικό είναι να πας στο σπίτι σου ή... ΜΠΕΡΘΑ: Δεν πάω πουθενά! Θα μείνω εδώ μέχρι να στυλωθώ στα πόδια μου. (Στρέφει αλλού το κεφάλι πεισμωμένη) ΓΚΟΛΝΤΙ: Η γειτονιά μας δεν είναι ό,τι καλύτερο για κοπέλες στην κατάστασή σου. Και

χρειαζόμαστε και το δωμάτιο. ΜΠΕΡΘΑ: Άσε με ήσυχη, Γκόλντι. Θέλω να ξεκουραστώ λιγάκι προτού ξαναπιάσω δουλειά. ΓΚΟΛΝΤΙ: Μπέρθα, αποφάσισε! (Η εντολή πλανάται για αρκετές στιγμές στην ατμόσφαιρα. H Μπέρθα στρέφει αργά το κεφάλι προς τη Γκόλντι) ΜΠΕΡΘΑ: (Αχνά) Τι ν' αποφασίσω; ΓΚΟΛΝΤΙ: Πού θα πας όταν φύγεις από δω. (Η Μπέρθα την κοιτάζει σιωπηλή για λίγο) ΜΠΕΡΘΑ: Πουθενά. Άσε με, Γχόλντι. Πρέπει να ξεκουραστώ. ΓΚΟΛΝΤΙ: Αν σ' αφήσω, θα μείνεις και θα χάσκεις ξαπλωμένη ως τη Δευτέρα Παρουσία. (Η απάντηση της Μπέρθα δεν ακούγεται καθαρά) Αν δεν αποφασίσεις τώρα αμέσως, θα φωνάξω το ασθενοφόρο να σε πάρει. Το καλό που σον Θέλω, αποφάσισε! ΜΠΕΡΘΑ: (Το σώμα της τσιτώθηκε λίγο με την απειλή) Δεν μπορώ ν' αποφασίσω τίποτα. Είμαι πολύ κουρασμένη - λιώμα είμαι! ΓΚΟΛΝΤΙ: Καλά, λοιπόν. (Ανοίγει το πορτοφόλι της και βγάζει ένα κέρμα) Παίρνω τηλέφωνο τώρα αμέσως. Θα τους πω ότι έχουμε εδώ ένα άρρωστο κορίτσι, που δεν παίρνει από λόγια. ΜΠΕΡΘΑ: (Βαριά) Κάνε ό,τι θες. Δεν με νοιάζει ό,τι και να πάθω τώρα. ΓΚΟΛΝΤΙ: (Αλλάζει τακτική) Γιατί δεν ξαναγράφεις σ' εκείνον που -τι κάνει; -πουλάει κουζινικά ή κάτι τέτοιο στο Μέμφις; ΜΠΕΡΘΑ: (Ξαφνικά ζωηρεύει) Τον Τσάρλι; Να μην τον πιάνεις στο βρομόστομά σου! ΓΚΟΛΝΤΙ: Ωραία μας τα λες! Από καλοσύνη σε κρατάω, κακομοίρα μου! Δυο βδομάδες έχεις να φέρεις φράγκο εδώ μέσα! Πού νομίζεις... ΜΠΕΡΘΑ: Ο Τσάρλι είναι πολύ γλυκός. Ο Τσάρλι είναι... (Η φωνή της γίνεται λυγμός) ΓΚΟΛΝΤΙ: Αφού «είναι», ένας παραπάνω λόγος να του γράψεις να έρθει και να σε βγάλει απ' το λούκι! ΜΠΕΡΘΑ: (Έντονα) Δεν μπορώ να του ξαναζητήσω ούτε δεκάρα! Κατάλαβες; Μ' έχει βγάλει απ' το μυαλό του, δεν θέλει να θυμάται ούτε τ' όνομά μου, ούτε τίποτα. (Κατεβάζει αργά το χέρι και χάίδεύει το κορμί της) Κάποιος με χάραξε με μαχαίρι την ώρα που κοιμόμουνα. ΓΚΟΛΝΤΙ: Σύνελθε, Μπέρθα. Αν έχει λεφτά, μπορεί να σου στείλει κάτι να ξανασταθείς στα πόδια σου. ΜΠΕΡΘΑ: Λεφτά έχει. Αφού έχει μαγαζί με κουζινικά. Εκεί δεν δούλευα; Και μου 'λεγε τότε, κορίτσι μου, άμα χρειαστείς λεφτά, πες το στον Τσάρλι... Την είχαμε βρει πολλές φορές στο αποθηκάκι πίσω από το μαγαζί! ΓΚΟΛΝΤΙ: Ε, τότε, δεν θα σ' έχει ξεχάσει. ΜΠΕΡΘΑ: Έμαθε όλες τις βρομιές που έχω κάνει από τότε που τον παράτησα κι ήρθα στο Σαιν Λούις. (Χτυπάει το κρεβάτι με την παλάμη της) ΓΚΟΛΝΤΙ: Σιγά, μωρέ. Πάω στοίχημα ότι δεν ξέρει τίποτα. ΜΠΕΡΘΑ: (Γελάει αδύναμα) Εσύ τον τα 'γραψες! Όλες τις βρομιές που νομίζεις πως έχω κάνει! Το βρομόστομά σου δεν μαζεύεται με τίποτα! ΓΚΟΛΝΤΙ: Μπέρθα! (Η Μπέρθα μουρμουρίζει χυδαία που δεν ακούγεται) Εγώ, που σου 'χω σταθεί... ΜΠΕΡΘΑ: Κι είναι και παντρεμένος τώρα. ΓΚΟΛΝΤΙ: Γράφ' του μια κάρτα και πες του ότι έχεις κάτι δυσκολίες. Θύμισέ του ότι είχε προθυμοποιηθεί να σε βοηθήσει όποτε θα τον χρειαζόσουν. ΜΠΕΡΘΑ: Άσε με να ησυχάσω λίγο, Γκόλντι. Νιώθω πολύ απαίσια. ΓΚΟΛΝΤΙ: (Προχωρεί μερικά βήματα, πλησιάζει και κοιτάζει τη Μπέρθα εξεταστικά) Θες να φέρω γιατρό; ΜΠΕΡΘΑ: Όχι. (Παύση) ΓΚΟΛΝΤΙ: Παπά; ΜΠΕΡΘΑ: (Τα δάχτυλά της σφίγγουν το σεντόνι) Όχι. ΓΚΟΛΝΤΙ: Τι θρήσκευμα είσαι; ΜΠΕΡΘΑ: Τίποτα. ΓΚΟΛΝΤΙ: Νόμιζα πως μου είχες πει ότι είσαι Καθολικιά. ΜΠΕΡΘΑ: Μπορεί να σ' το είχα πει, και;

ΓΚΟΛΝΤΙ: Αν θυμηθείς, μπορεί να σου βρούμε κάνα τάγμα καλογριών να σου δώσουν ένα δωμάτιο, όπως έγινε με τη Ρόζα Κράμμερ. Να αναρρώσεις και να στυλωθείς στα πόδια σου - ε, Μπέρθα; ΜΠΕΡΘΑ: Δεν θέλω κανένα τάγμα και καμιά καλόγρια να μου δώσει τίποτα! Θέλω να μ' αφήσεις ήσυχη. Και θα γίνω καλά εδώ. ΓΚΟΛΝΤΙ: Μα, είσαι πολύ άρρωστη. ΜΠΕΡΘΑ: (Μετά από μικρή παύση) Πολύ; ΓΚΟΛΝΤΙ: Ναι. Δεν θέλω να σε τρομάξω, αλλά... ΜΠΕΡΘΑ: (Βραχνά) Δηλαδή, πεθαίνω; ΓΚΟΛΝΤΙ: (Μετά από στιγμιαία σκέψη) Δεν είπα κάτι τέτοιο. (Παύση) ΜΠΕΡΘΑ: Όχι, αλλά αυτό εννοούσες. ΓΚΟΛΝΤΙ: Πρέπει να σκεφτόμαστε και το μέλλον, Μπέρθα. Δεν είναι σωστό ν' αφήνουμε τα πράγματα να κυλάνε μόνα τους. ΜΠΕΡΘΑ: (Κάνει προσπάθεια να σηκωθεί) Αν πεθαίνω, θέλω να γράψω στον Τσάρλι. Εχω να του πω κάτι. ΓΚΟΛΝΤΙ: Αν εννοείς εξομολόγηση, αγάπη μου, μήπως ο παπάς είναι ΜΠΕΡΘΑ: Όχι παπά, τον Τσάρλι θέλω. ΓΚΟΛΝΤΙ: Ο πατήρ Κάλλαχαν θα μπορούσε... ΜΠΕΡΘΑ: Όχι! Όχι! Θέλω τον Τσάρλι! ΓΚΟΛΝΤΙ: Ο Τσάρλι είναι στο Μέμφις. Έχει το μαγαζί με τα κουζινικά. ΜΠΕΡΘΑ: Ναι. Στην Κεντρική Λεωφόρο. Στο 563. ΓΚΟΛΝΤΙ: Θες να του γράψω και να του εξηγήσω την κατάστασή σου; ΜΠΕΡΘΑ: (Παύση. Σκέφτεται) Όχι... Να του γράψεις μόνο ότι του στέλνω χαιρετίσματα. (Στρέφει το πρόσωπό της στον τοίχο) ΓΚΟΛΝΤΙ: Πρέπει να του γράψω κι άλλα. ΜΠΕΡΘΑ: Όχι. Μόνο αυτό θέλω να του πεις. Χαιρετίσματα από τη Μπέρθα. ΓΚΟΛΝΤΙ: Μα, δεν θα βγάλει νόημα. ΜΠΕΡΘΑ: Θα βγάλει και θα παραβγάλει. Στον Τσάρλι, χαιρετίσματα από τη Μπέρθα, με πολλή αγάπη. Λες ότι δεν θα βγάλει νόημα; ΓΚΟΛΝΤΙ: Ε, βέβαια. ΜΠΕΡΘΑ: Κι όμως, θα βγάλει! ΓΚΟΛΝΤΙ: (Στρέφει, πάει προς την πόρτα) Θα πάρω το νοσοκομείο και θα πω να στείλουν ασθενοφόρο. ΜΠΕΡΘΑ: Όχι! Καλύτερα να πεθάνω, παρά να το δω κι αυτό. ΓΚΟΛΝΤΙ: Δεν κάνει να μείνεις εδώ. Πρέπει να είσαι σε σίγουρα χέρια για... ό,τι μπορεί να συμβεί. (Έξω από το δωμάτιο, ίσως στη ρεσεψιόν, κάποιος βάζει ένα δίσκο στο γραμμόφωνο. Τα «Μπλουζ του Σαιν Λούις». Μια βραχνή, αντρική φωνή τραγουδάει παράλληλα όταν αρχίζει το ρεφρέν, ακούγεται ηχηρό γέλιο και κλείσιμο πόρτας) ΜΠΕΡΘΑ: (Μετά από μικρή παύση) Μη μου τα λες αυτά εμένα, κούκλα μου. (Ανασηκώνει τους ώμους) Τους ξέρω τους όρους του παιχνιδιού! (Κοιτάζει τη Γκόλντι με λαμπερά μάτια και απόμακρο βλέμμα) Όταν φύγεις, φεύγεις και δεν γυρνάς ποτέ! (Κουνάει το κεφάλι και ξαπλώνει αργά. Σφίγγει τη γροθιά της και χτυπάει αρκετές φορές το κρεβάτι. Μετά το χέρι της χαλαρώνει και γλιστράει στο πλάι του κρεβατιού) ΓΚΟΛΝΤΙ: Άσ' το σ' εμένα, Μπέρθα. Θα σου βρω ένα δωμάτιο καθαρό και περιποιημένο, με καλό φαγητό κι ένα άνετο κρεβάτι να κοιμάσαι. ΜΙΙΕΡΘΑ: Να πεθάνω, θες να πεις! Βόηθα με να σηκωθώ. (Προσπαθεί να σηκωθεί) ΓΚΟΛΝΤΙ: (Πηγαίνοντας προς το μέρος της) Μην ταράζεσαι, Μπέρθα. ΜΠΕΡΘΑ: Βοήθα με να σηκωθώ. Πού είναι το κιμονό μου; ΓΚΟΛΝΤΙ: Μα, δεν χάνει να σηκωθείς - εσύ δεν μπορείς να σταθείς στα πόδια σου! ΜΠΕΡΘΑ: Σκάσε, γαμώτο! Πες στη Λένα να έρθει εδώ. Θα με βοηθήσει να φτιάξω τα πράγματά μου. ΓΚΟΛΝΤΙ: Τι θες να κάνεις;

ΜΠΕΡΘΑ: Να φύγω. ΓΚΟΛΝΤΙ: Να πας πού; ΜΠΕΡΘΑ: Αυτό δεν σε νοιάζει. ΓΚΟΛΝΤΙ: (Μετά από παύση) Καλά, πάω να φωνάξω τη Λένα. (Η Μπέρθα έχει σηκωθεί με μεγάλη προσπάθεια και σέρνεται με δυσκολία προς την τουαλέτα της) ΜΠΕΡΘΑ: Περίμενε μια στιγμή. Κοίτα κάτω από κείνο το δίσκο με τη χτένα και τη βούρτσα των μαλλιών. (Καταρρέει λαχανιασμένη στην κουνιστή πολυθρόνα) Θα βρεις πέντε δολάρια. ΓΚΟΛΝΤΙ: (Πηγαίνει, κοιτάζει) Δεν έχεις τίποτα κάτω απ' το δίσκο. ΜΠΕΡΘΑ: Θες να πεις ότι δεν έχω καθόλου λεφτά; ΓΚΟΛΝΤΙ: Καθόλου, εδώ και δέκα μέρες. Από τότε που αρρώστησες, έμεινες άφραγκη. ΜΠΕΡΘΑ: Είσαι ψεύτρα! ΓΚΟΛΝΤΙ: (Θλιμμένη) Άσε τους χαρακτηρισμούς, ρε Μπέρθα! (Κοιτάζονται. Μια κοπέλα με σατέν φόρεμα εμφανίζεται στο κατώφλι της πόρτας και κοιτάζει με περιέργεια. Κάνει ένα μορφασμό και χάνεται) ΜΠΕΡΘΑ: (Τελικά) Πες στη Λένα να έρθει. Εκείνη λέει αλήθειες. ΓΚΟΛΝΤΙ: (Πηγαίνει στην τουαλέτα) Κοίτα και μόνη σου. Κοίτα για να βεβαιωθείς. Βλέπεις τίποτα κάτω από το δίσκο; Μόνο μια κάρτα είναι - αυτή που σου 'χει στείλει ο Τσάρλι. ΜΠΕΡΘΑ: (Αργά) Με κλέψανε. Ναι, με κλέψανε! (Όλο και πιο γρήγορα) Με είδαν άρρωστη και κουρασμένη κι ανήμπορη, και με κλέψανε. Αν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, ξέρεις τι θα 'κανα; Θα τα 'ψαχνα όλα εδώ μέσα, μέχρι να βρω τα λεφτά μου! Γιατί θα τα βρω τα λεφτά που μου 'κλεψες, θα βρω πού τα 'χεις παραχώσει, παλιο... ΓΚΟΛΝΤΙ: Με τα τελευταία σου λεφτά αγόρασες τζιν. Δεν θυμάσαι; ΜΠΕΡΘΑ: Όχι! ΓΚΟΛΝΤΙ: Την Τρίτη το βράδυ, το βράδυ που αρρώστησες, πήγες κι αγόρασες ένα λίτρο τζιν. Μα το Χριστό, Μπέρθα! ΜΠΕΡΘΑ: Και το χέρι σου στο Ευαγγέλιο να βάλεις, δεν σε πιστεύω. Φέρε μου τη Λένα! Κάποια σκευωρία έγινε εδώ μέσα! (Σηκώνεται και πηγαίνει τρεχλίζοντας προς την πόρτα) Λένα! Λένα! Φώναξε την αστυνομία! ΓΚΟΛΝΤΙ: (Ανταριάζεται) Όχι, Μπέρθα! ΜΠΕΡΘΑ: (Δυνατά) ΦΕΡΕ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ! (Στηρίζεται αδύναμη στο κούφωμα της πόρτας και κλαίει με λυγμούς καλύπτοντας τα μάτια με το ένα χέρι της. Απ' έξω ακούγεται και πάλι το γραμμόφωνο και θόρυβος κάποιων που χορεύουν) ΓΚΟΛΝΤΙ: Ηρέμησε, Μπέρθα. Κάτσε και ηρέμησε. ΜΠΕΡΘΑ: (Στρέφεται προς το μέρος της) Μη μου λες εμένα να ηρεμήσω, βρομοθήλυκο! Φέρε εδώ την αστυνομία, γιατί θα σου...! (Η Γκόλντι την αρπάζει από το μπράτσο, αλλά η Μπέρθα καταφέρνει και της ξεφεύγει) Θα σας καρφώσω στην αστυνομία ότι με κλέψατε! Εσένα σ' έχω ικανή να κλέψεις και δεκάρες από αράπη ζητιάνο! Και μετά έρχεσαι εδώ και πας να με καλμάρεις με παπάδες κι εξομολογήσεις, αλλά εγώ - ΦΩΝΑΞΤΕ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ... ! (Χτυπάει τα χέρια της στον τοίχο και κλαίει με λυγμούς) ΓΚΟΛΝΤΙ: (Δεν ξέρει τι να κάνει) Θες ηρεμιστικό! Τράβα να ξαπλώσεις, αγάπη μου, και θα σου φέρω ηρεμιστικό κι ένα κουτί ασπιρίνες. ΜΠΕΡΘΑ: (Γρήγορα, με μάτια κλειστά, το κεφάλι γερμένο και τις γροθιές σφιγμένες) Να μου φέρεις τα είκοσι πέντε μου δολάρια, που μου τα βούτηξες κάτω από το δίσκο! ΓΚΟΛΝΤΙ: Μα, Μπέρθα... ΜΠΕΡΘΑ: (Χωρίς ν' αλλάξει θέση) Φέρ' τα, αλλιώς θα σου κάνω μήνυση! (Τα χείλη της τρέμουν. Ελάχιστο σάλιο τρέχει ως το πιγούνι της) Έχω πολλούς φίλους σ' αυτή την πόλη! Έχω μέσα! Δικηγόρους, πολιτικούς! Θα σε κάνω να φτύσεις αίμα! (Με τα μάτια ορθάνοιχτα) Θα ασκήσω τα συνταγματικά μου δικαιώματα! (Το γέλιο της σβήνει, πηγαίνει τρεχλίζοντας στην κουνιστή πολυθρόνα και καταρρέει. Η Γκόλντι την κοιτάζει κατατρομαγμένη. Μετά περνάει προσεχτικά κοντά από τη Μπέρθα και βγαίνει από την πόρτα μ' έναν αναστεναγμό ανακούφισης) Άχ, Τσάρλι, Τσάρλι, είσαι τόσο γλυκός, τόσο γλυκός! (Το κεφάλι της κουνιέται μπρος πίσω και στα χείλη της ένα

χαμόγελο γεμάτο αγωνία) Μου έκανες κι εσύ τις παλιοδουλειές σου, Τσάρλι! Με παράτησες και παντρεύτηκες εκείνη την πιτσιρίκα, τη χορεύτρια! Ω Θεέ μου! Σ' αγαπώ τόσο πολύ, που μου πονάει η ψυχή όταν κοιτάω το Θεϊκό πρόσωπό σον στη φωτογραφία! (Η έκστασή της σβήνει και στο πρόσωπό της πάλι αυτή η σχιζοφρενική φιλυποψία) Πού πήγε αυτή η σκρόφα; Πού είναι τα δέκα μου δολάρια; Έι, εσύ! ΕΣΥ! Φέρε μου τα λεφτά μου! Θα σ' ανοίξω το κεφάλι, αν σε πιάσω να τριγυρνάς με τα δικά μου τα λεφτά! Ω, Τσάρλι! Έχω φοβερό πονοκέφαλο, Τσάρλι. Όχι, αγάπη μου, να μη βγούμε απόψε. (Σηκώνεται από την κουνιστή πολυθρόνα) Έι, εσύ! Φέρε μου πάγο να βάλω στο κεφάλι μου -πάει να σπάσει από τον πόνο! Έχω ένα σκατοπονοκέφαλο -απ' το μεθύσι θα 'ναι! (Γελάει) Θέλω το δικηγόρο μου! Έχω μέσα εγώ σ' αυτή την πόλη! Μάλιστα! Έχω βύσμα σ' όλους τους πετρελαιάδες της -της- Νεβάδας! (Γελάει) Ναι, ναι! (Μπαίνει από την πόρτα η Λένα, μια καστανή Εβραιοπούλα με σατέν παντελόνι και μπλούζα. Η Μπέρθα την κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια) Ποια είσ' εσύ; ΛΕΝΑ: H Λένα. ΜΠΕΡΘΑ: Α, η Λένα, ε; Κάτσε κάτω. Τσιγάρο, αγάπη μου; Δεν είμαι καλά. Δεν έχω καθόλου τσιγάρα. Μου τα πήρε η Γκόλντι. Μ' αρπάζει ό,τι έχω και δεν έχω. Κάτσε και πάρε... ΛΕΝΑ: (Στο κατώφλι της πόρτας) H Γκόλντι μου είπε ότι δεν είσαι πολύ καλά, κι ήρθα να σε δω. ΜΠΕΡΘΑ: Πλάκα μου κάνεις; Μια χαρά είμαι. Απόψε θα ξαναβγώ για δουλειά. Σίγουρα. Πάντα τα καταφέρνω -έτσι δεν είναι, μικρή; Με ξέρεις εμένα να το βάζω ποτέ κάτω; Μπορεί να είμαι καμιά φορά άτυχη, αλλά δεν το βάζω κάτω! (Σταματάει σαν να περιμένει συγκατάνευση) Έτσι δεν είναι, Λένα; Δεν είμαι γριά. Έχω ακόμα πέραση. Έτσι δεν είναι; ΛΕΝΑ: Ούτε να το συζητάς. (Παύση) ΜΠΕΡΘΑ: Γιατί αυτός ο μορφασμός; ΛΕΝΑ: Ποιος μορφασμός; ΜΠΕΡΘΑ: (Χαμογελάει ελαφρά) Νόμισα ότι στράβωσες τη μούρη σου που είπα ότι έχω ακόμα πέραση. ΛΕΝΑ: (Μετά από παύση) Όχι, Μπέρθα, δεν είδες καλά. ΜΠΕΡΘΑ: (Βραχνά) Άκου, γλύκα μου, εγώ ξέρω το δήμαρχο. Δεν είναι λίγο. Μπορείς να μου φέρεις τη βαλίτσα μου; Πού είναι; Μ' έχουνε διώξει κι από καλύτερα μέρη -αυτό εδώ σαν δώρο μου 'ρχεται. (Σηκώνεται, προχωρεί με δυσκολία στο δωμάτιο, τελικά καταρρέει στο κρεβάτι) Αχ, Θεέ μου, είμ' εξοντωμένη. Θα μείνω τέζα μέχρι να μου περάσει ο πονοκέφαλος. (Η Γκόλντι εμφανίζεται στο κατώφλι της πόρτας. Αυτή και η Λένα ανταλλάσσουν ματιές με νόημα) ΓΚΟΛΝΤΙ: Λοιπόν, Μπέρθα, τι αποφάσισες; ΜΠΕΡΘΑ: Τι ν' αποφασίσω; ΓΚΟΛΝΤΙ: Τι θα κάνεις. ΜΠΕΡΘΑ: Παράτα με. Είμαι πολύ κουρασμένη. ΓΚΟΛΝΤΙ: (Αδιάφορα) Πήρα το νοσοκομείο. Στέλνουν ασθενοφόρο. Θα σε βάλουνε σ' ένα καλό και καθαρό δωμάτιο. ΜΠΕΡΘΑ: Πες τους να με πετάξουνε στο ποτάμι - θα κάνουνε κι οικονομία στο κράτος. Αλλά, μπορεί να φοβούνται ότι θα βρομίσω το νερό. Μάλλον θα με κάψουνε, για να μη μεταδοθεί η αρρώστια μου. Είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να εξαφανίσουνε το κουφάρι μου! Κοίτα τη, κοίτα τη, Λένα, την αλανιάρα που θέλει να λέγεται Γκόλντι! Νομίζει πως είναι και μεγαλόψυχη! Πλάκα δεν έχει; Το καλύτερο που έχει πάνω της, είναι αυτό που κάθεται πάνω του! Ναι, η κουφάλα! Έρχεται εδώ και μ' αρχινάει τα καλοπιάσματα, να φωνάξει παπά και να με χώσει στο νοσοκομείο! Αλλά, τα μασάω εγώ κάτι τέτοια; ΓΚΟΛΝΤΙ: (Με ελεγχόμενο θυμό) Να προσέχεις τα λόγια σου. Θα σου βάλουνε ζουρλομανδύα, αν λες τέτοια! ΜΠΕΡΘΑ: (Ξαφνικά σηκώνεται) Άει στο διάολο από δω μέσα! (Πετάει ένα ποτήρι στη Γκόλντι, η οποία ουρλιάζει και φεύγει τρέχοντας. H Μπέρθα στρέφει στη Λένα) Κάτσε να μου γράψεις ένα γράμμα. Έχει χαρτί εκεί, στην τουαλέτα. ΛΕΝΑ: (Κοιτάζοντας στην τουαλέτα) Όχι, δεν έχει. ΜΠΕΡΘΑ: Δεν έχει! Με κλέψανε πάλι! (Η Λένα προχωρεί στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι και πιάνει ένα σημειωματάριο)

ΛΕΝΑ: Νά, θα γράψω εδώ. ΜΠΕΡΘΑ: Εντάξει. Γράφε. Προς κύριο Τσάρλι Ώλντριτς, μεγαλοκαταστηματάρχη, Μέμφις. Το 'γραψες; ΛΕΝΑ: Διεύθυνση. ΜΠΕΡΘΑ: Είναι, Κεντρική Λεωφόρος, αριθμός 563. Το 'γραψες; Ναι, αυτή είναι. Και τώρα, γράφε ό,τι σου λέω. Αγαπητέ Τσάρλι. Κανονίζουνε να με κλείσουνε σε τρελάδικο. Και χωρίς να 'χουνε το δικαίωμα από το νόμο. (Η Λένα σταματάει να γράφει) Εγώ είμαι μια χαρά στα μυαλά μου. Το ρετιρέ μου λειτουργεί μια χαρά, όπως πάντα. (Η Λένα προσποιείται ότι γράφει) Γι' αυτό, Τσάρλι μου, έλα, σε παρακαλώ, να με πάρεις από δω μέσα. Χάρη στο ζητάω, αγάπη μου, για τις στιγμές που περάσαμε κάποτε μαζί. Φιλάκια και πολλές αγάπες, η λατρευτή σου Μπέρθα... Μια στιγμή... Βάλε υστερόγραφο και ρώτα πώς είναι η γυναίκα του και - Όχι! Σβήσε το υστερόγραφο, δεν κολλάει! Σβήσ' τα όλα - σκατά είναι! (Βαριά σιωπή. H Μπέρθα αναστενάζει και στριφογυρίζει στο κρεβάτι, γέρνοντας πίσω το ιδρωμένο κεφάλι της) Πάρε άλλο χαρτί. (Η Λένα σηκώνεται και παίρνει καθαρό χαρτί από το σημειωματάριο. Ενα Κορίτσι βάζει το κεφάλι στην πόρτα) ΚΟΡΙΤΣΙ: Λένα! ΛΕΝΑ: Έρχομαι. ΜΠΕΡΘΑ: Πήρες χαρτί; ΛΕΝΑ: Ναι. ΜΠΕΡΘΑ: Ωραία. Γράφε. Χαιρετίσματα από τη Μπέρθα - στον Τσάρλι - με πολλή αγάπη. Το 'γραψες; Γράψε χαιρετίσματα από τη Μπέρθα - στον Τσάρλι... ΛΕΝΑ: (Σηκώνεται και ισιώνει τη μπλούζα της) Ναι. ΜΠΕΡΘΑ: ...Με πολλή... αγάπη... (Η μουσική στο διπλανό δωμάτιο ξαναρχίζει) ΤΕΛΟΣ