Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΑΤΡΟ - ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΑΤΡΟ - ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Εξετάσεις Δραματικής Σχολής Αγίας Βαρβάρας

Εξετάσεις Δραματικής Σχολής Αγίας Βαρβάρας Β' έτους

Υπεύθυνος καθηγητής: Λάζαρος Γωργακόπουλος



























Τα πικρά δάκρυα της Πέτρας Φον Καντ, Ο ματωμένος γάμος και το Χαιρετίσματα από τη Μπέρθα είναι σε άλλες αναρτήσεις.

Όταν με το καλό έρθει η Λένα μου, θα με βοηθήσει να ενημερώσω σωτούς τίτλους και ονόματα ηθοποιών).

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Χαιρετίσματα από τη Μπέρθα



Χαιρετίσματα από τη Μπέρθα

Εξετάσεις Δραματικής Σχολής Αγίας Βαρβάρας

Υπεύθυνος καθηγητής Λάζαρος Γεωργακόπουλος

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΠΕΡΘΑ

ΤΕΝΝΕΣΣΗ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Γκόλντι Μπέρθα Λένα Κορίτσι (Δωμάτιο στην «Κοιλάδα», τη γνωστή περιοχή με τα πορνεία, δίπλα στο ποτάμι, στο ανατολικό Σαιν Λούις. Στο κέντρο ένα μπρούντζινο, ξέστρωτο κρεβάτι με μαξιλάρια και σκεπάσματα, όπου κάθεται ανήσυχη η Μπέρθα, μια μεγαλόσωμη, ξανθιά πόρνη. Στο δεξιό τοίχο μια βαριά, παλιομοδίτιχη τουαλέτα με επίχρυσα πόμολα, φανταχτερό μεταξωτό κάλυμμα και πάνω του δυο κούκλες. Φτηνοπεριοδικά πεταμένα στο πάτωμα. H ταπετσαρία του τοίχου υπερβολικά ζωηρόχρωμη -μεγάλα τριαντάφυλλα- και σχισμένη ή ξεκολλημένη σε μερικά σημεία. Στο ταβάνι μεγάλοι, κίτρινοι λεκέδες, ένας παλιομοδίτικος πολυέλαιος με κόκκινα, κρεμαστά γυαλάχια στο κέντρο του ταβανιού. Η Γκόλντι μπαίνει από την πόρτα που είναι στον αριστερό τοίχο. Φοράει ένα λερωμένο, ασπρόμαυρο φόρεμα από σατέν, που κολλάει πάνω στο σχεδόν άσαρκο κορμί της. Στέκεται στο κατώφλι της πόρτας καπνίζοντας και κοιτάζει ανυπόμονα τη Μπέρθα, που τώρα έχει ξαπλώσει μπρούμυτα) ΓΚΟΛΝΤΙ: Λοιπόν, Μπέρθα, αποφάσισες τι θα κάνεις; (Προς στιγμή, καμία απάντηση) ΜΠΕΡΘΑ: (Μουγκρίζει) Δεν ξέρω. ΓΚΟΛΝΤΙ: Πρέπει ν' αποφασίσεις. ΜΠΕΡΘΑ: Δεν μπορώ ν' αποφασίσω τίποτα. ΓΚΟΛΝΤΙ: Γιατί; ΜΠΕΡΘΑ: Είμαι φοβερά κουρασμένη. ΓΚΟΛΝΤΙ: Αυτό δεν είν' απάντηση. ΜΠΕΡΘΑ: (Στριφογυρίζει εκνευρισμένη) Ε, αυτή να κάτσω εδώ ξαπλωμένη και να είναι η μόνη απάντηση που ξέρω. Θέλω ξανασκεφτώ την όλη κατάσταση. ΓΚΟΛΝΤΙ: Δυο βδομάδες τώρα αυτό χάνεις - κάθεσαι ξαπλωμένη και σκέφτεσαι. (Η Μπέρθα δίνει μια απάντηση που δεν ακούγεται) Πρέπει ν' αποφασίσεις. Η κοπέλα το θέλει το δωμάτιο. ΜΠΕΡΘΑ: (Με βραχνό γέλιο) Να το πάρει! ΓΚΟΛΝΤΙ: Πώς να το πάρει μ' εσένα μέσα; ΜΠΕΡΘΑ: (Χτυπάει την παλάμη της στο κρεβάτι) Ωχ, Θεέ μου! ΓΚΟΛΝΤΙ: Σύνελθε επιτέλους, Μπέρθα. (Η Μπέρθα στριφογυρίζει πάλι και μουγκρίζει) ΜΠΕΡΘΑ: Τι έχω πάθει; ΓΚΟΛΝΤΙ: Είσαι άρρωστη. ΜΠΕΡΘΑ: Έχω φοβερό πονοκέφαλο. ΓΚΟΛΝΤΙ: Δυο βδομάδες τώρα κάθεσαι ξαπλωμένη και λες αηδίες. Το πιο λογικό είναι να πας στο σπίτι σου ή... ΜΠΕΡΘΑ: Δεν πάω πουθενά! Θα μείνω εδώ μέχρι να στυλωθώ στα πόδια μου. (Στρέφει αλλού το κεφάλι πεισμωμένη) ΓΚΟΛΝΤΙ: Η γειτονιά μας δεν είναι ό,τι καλύτερο για κοπέλες στην κατάστασή σου. Και

χρειαζόμαστε και το δωμάτιο. ΜΠΕΡΘΑ: Άσε με ήσυχη, Γκόλντι. Θέλω να ξεκουραστώ λιγάκι προτού ξαναπιάσω δουλειά. ΓΚΟΛΝΤΙ: Μπέρθα, αποφάσισε! (Η εντολή πλανάται για αρκετές στιγμές στην ατμόσφαιρα. H Μπέρθα στρέφει αργά το κεφάλι προς τη Γκόλντι) ΜΠΕΡΘΑ: (Αχνά) Τι ν' αποφασίσω; ΓΚΟΛΝΤΙ: Πού θα πας όταν φύγεις από δω. (Η Μπέρθα την κοιτάζει σιωπηλή για λίγο) ΜΠΕΡΘΑ: Πουθενά. Άσε με, Γχόλντι. Πρέπει να ξεκουραστώ. ΓΚΟΛΝΤΙ: Αν σ' αφήσω, θα μείνεις και θα χάσκεις ξαπλωμένη ως τη Δευτέρα Παρουσία. (Η απάντηση της Μπέρθα δεν ακούγεται καθαρά) Αν δεν αποφασίσεις τώρα αμέσως, θα φωνάξω το ασθενοφόρο να σε πάρει. Το καλό που σον Θέλω, αποφάσισε! ΜΠΕΡΘΑ: (Το σώμα της τσιτώθηκε λίγο με την απειλή) Δεν μπορώ ν' αποφασίσω τίποτα. Είμαι πολύ κουρασμένη - λιώμα είμαι! ΓΚΟΛΝΤΙ: Καλά, λοιπόν. (Ανοίγει το πορτοφόλι της και βγάζει ένα κέρμα) Παίρνω τηλέφωνο τώρα αμέσως. Θα τους πω ότι έχουμε εδώ ένα άρρωστο κορίτσι, που δεν παίρνει από λόγια. ΜΠΕΡΘΑ: (Βαριά) Κάνε ό,τι θες. Δεν με νοιάζει ό,τι και να πάθω τώρα. ΓΚΟΛΝΤΙ: (Αλλάζει τακτική) Γιατί δεν ξαναγράφεις σ' εκείνον που -τι κάνει; -πουλάει κουζινικά ή κάτι τέτοιο στο Μέμφις; ΜΠΕΡΘΑ: (Ξαφνικά ζωηρεύει) Τον Τσάρλι; Να μην τον πιάνεις στο βρομόστομά σου! ΓΚΟΛΝΤΙ: Ωραία μας τα λες! Από καλοσύνη σε κρατάω, κακομοίρα μου! Δυο βδομάδες έχεις να φέρεις φράγκο εδώ μέσα! Πού νομίζεις... ΜΠΕΡΘΑ: Ο Τσάρλι είναι πολύ γλυκός. Ο Τσάρλι είναι... (Η φωνή της γίνεται λυγμός) ΓΚΟΛΝΤΙ: Αφού «είναι», ένας παραπάνω λόγος να του γράψεις να έρθει και να σε βγάλει απ' το λούκι! ΜΠΕΡΘΑ: (Έντονα) Δεν μπορώ να του ξαναζητήσω ούτε δεκάρα! Κατάλαβες; Μ' έχει βγάλει απ' το μυαλό του, δεν θέλει να θυμάται ούτε τ' όνομά μου, ούτε τίποτα. (Κατεβάζει αργά το χέρι και χάίδεύει το κορμί της) Κάποιος με χάραξε με μαχαίρι την ώρα που κοιμόμουνα. ΓΚΟΛΝΤΙ: Σύνελθε, Μπέρθα. Αν έχει λεφτά, μπορεί να σου στείλει κάτι να ξανασταθείς στα πόδια σου. ΜΠΕΡΘΑ: Λεφτά έχει. Αφού έχει μαγαζί με κουζινικά. Εκεί δεν δούλευα; Και μου 'λεγε τότε, κορίτσι μου, άμα χρειαστείς λεφτά, πες το στον Τσάρλι... Την είχαμε βρει πολλές φορές στο αποθηκάκι πίσω από το μαγαζί! ΓΚΟΛΝΤΙ: Ε, τότε, δεν θα σ' έχει ξεχάσει. ΜΠΕΡΘΑ: Έμαθε όλες τις βρομιές που έχω κάνει από τότε που τον παράτησα κι ήρθα στο Σαιν Λούις. (Χτυπάει το κρεβάτι με την παλάμη της) ΓΚΟΛΝΤΙ: Σιγά, μωρέ. Πάω στοίχημα ότι δεν ξέρει τίποτα. ΜΠΕΡΘΑ: (Γελάει αδύναμα) Εσύ τον τα 'γραψες! Όλες τις βρομιές που νομίζεις πως έχω κάνει! Το βρομόστομά σου δεν μαζεύεται με τίποτα! ΓΚΟΛΝΤΙ: Μπέρθα! (Η Μπέρθα μουρμουρίζει χυδαία που δεν ακούγεται) Εγώ, που σου 'χω σταθεί... ΜΠΕΡΘΑ: Κι είναι και παντρεμένος τώρα. ΓΚΟΛΝΤΙ: Γράφ' του μια κάρτα και πες του ότι έχεις κάτι δυσκολίες. Θύμισέ του ότι είχε προθυμοποιηθεί να σε βοηθήσει όποτε θα τον χρειαζόσουν. ΜΠΕΡΘΑ: Άσε με να ησυχάσω λίγο, Γκόλντι. Νιώθω πολύ απαίσια. ΓΚΟΛΝΤΙ: (Προχωρεί μερικά βήματα, πλησιάζει και κοιτάζει τη Μπέρθα εξεταστικά) Θες να φέρω γιατρό; ΜΠΕΡΘΑ: Όχι. (Παύση) ΓΚΟΛΝΤΙ: Παπά; ΜΠΕΡΘΑ: (Τα δάχτυλά της σφίγγουν το σεντόνι) Όχι. ΓΚΟΛΝΤΙ: Τι θρήσκευμα είσαι; ΜΠΕΡΘΑ: Τίποτα. ΓΚΟΛΝΤΙ: Νόμιζα πως μου είχες πει ότι είσαι Καθολικιά. ΜΠΕΡΘΑ: Μπορεί να σ' το είχα πει, και;

ΓΚΟΛΝΤΙ: Αν θυμηθείς, μπορεί να σου βρούμε κάνα τάγμα καλογριών να σου δώσουν ένα δωμάτιο, όπως έγινε με τη Ρόζα Κράμμερ. Να αναρρώσεις και να στυλωθείς στα πόδια σου - ε, Μπέρθα; ΜΠΕΡΘΑ: Δεν θέλω κανένα τάγμα και καμιά καλόγρια να μου δώσει τίποτα! Θέλω να μ' αφήσεις ήσυχη. Και θα γίνω καλά εδώ. ΓΚΟΛΝΤΙ: Μα, είσαι πολύ άρρωστη. ΜΠΕΡΘΑ: (Μετά από μικρή παύση) Πολύ; ΓΚΟΛΝΤΙ: Ναι. Δεν θέλω να σε τρομάξω, αλλά... ΜΠΕΡΘΑ: (Βραχνά) Δηλαδή, πεθαίνω; ΓΚΟΛΝΤΙ: (Μετά από στιγμιαία σκέψη) Δεν είπα κάτι τέτοιο. (Παύση) ΜΠΕΡΘΑ: Όχι, αλλά αυτό εννοούσες. ΓΚΟΛΝΤΙ: Πρέπει να σκεφτόμαστε και το μέλλον, Μπέρθα. Δεν είναι σωστό ν' αφήνουμε τα πράγματα να κυλάνε μόνα τους. ΜΠΕΡΘΑ: (Κάνει προσπάθεια να σηκωθεί) Αν πεθαίνω, θέλω να γράψω στον Τσάρλι. Εχω να του πω κάτι. ΓΚΟΛΝΤΙ: Αν εννοείς εξομολόγηση, αγάπη μου, μήπως ο παπάς είναι ΜΠΕΡΘΑ: Όχι παπά, τον Τσάρλι θέλω. ΓΚΟΛΝΤΙ: Ο πατήρ Κάλλαχαν θα μπορούσε... ΜΠΕΡΘΑ: Όχι! Όχι! Θέλω τον Τσάρλι! ΓΚΟΛΝΤΙ: Ο Τσάρλι είναι στο Μέμφις. Έχει το μαγαζί με τα κουζινικά. ΜΠΕΡΘΑ: Ναι. Στην Κεντρική Λεωφόρο. Στο 563. ΓΚΟΛΝΤΙ: Θες να του γράψω και να του εξηγήσω την κατάστασή σου; ΜΠΕΡΘΑ: (Παύση. Σκέφτεται) Όχι... Να του γράψεις μόνο ότι του στέλνω χαιρετίσματα. (Στρέφει το πρόσωπό της στον τοίχο) ΓΚΟΛΝΤΙ: Πρέπει να του γράψω κι άλλα. ΜΠΕΡΘΑ: Όχι. Μόνο αυτό θέλω να του πεις. Χαιρετίσματα από τη Μπέρθα. ΓΚΟΛΝΤΙ: Μα, δεν θα βγάλει νόημα. ΜΠΕΡΘΑ: Θα βγάλει και θα παραβγάλει. Στον Τσάρλι, χαιρετίσματα από τη Μπέρθα, με πολλή αγάπη. Λες ότι δεν θα βγάλει νόημα; ΓΚΟΛΝΤΙ: Ε, βέβαια. ΜΠΕΡΘΑ: Κι όμως, θα βγάλει! ΓΚΟΛΝΤΙ: (Στρέφει, πάει προς την πόρτα) Θα πάρω το νοσοκομείο και θα πω να στείλουν ασθενοφόρο. ΜΠΕΡΘΑ: Όχι! Καλύτερα να πεθάνω, παρά να το δω κι αυτό. ΓΚΟΛΝΤΙ: Δεν κάνει να μείνεις εδώ. Πρέπει να είσαι σε σίγουρα χέρια για... ό,τι μπορεί να συμβεί. (Έξω από το δωμάτιο, ίσως στη ρεσεψιόν, κάποιος βάζει ένα δίσκο στο γραμμόφωνο. Τα «Μπλουζ του Σαιν Λούις». Μια βραχνή, αντρική φωνή τραγουδάει παράλληλα όταν αρχίζει το ρεφρέν, ακούγεται ηχηρό γέλιο και κλείσιμο πόρτας) ΜΠΕΡΘΑ: (Μετά από μικρή παύση) Μη μου τα λες αυτά εμένα, κούκλα μου. (Ανασηκώνει τους ώμους) Τους ξέρω τους όρους του παιχνιδιού! (Κοιτάζει τη Γκόλντι με λαμπερά μάτια και απόμακρο βλέμμα) Όταν φύγεις, φεύγεις και δεν γυρνάς ποτέ! (Κουνάει το κεφάλι και ξαπλώνει αργά. Σφίγγει τη γροθιά της και χτυπάει αρκετές φορές το κρεβάτι. Μετά το χέρι της χαλαρώνει και γλιστράει στο πλάι του κρεβατιού) ΓΚΟΛΝΤΙ: Άσ' το σ' εμένα, Μπέρθα. Θα σου βρω ένα δωμάτιο καθαρό και περιποιημένο, με καλό φαγητό κι ένα άνετο κρεβάτι να κοιμάσαι. ΜΙΙΕΡΘΑ: Να πεθάνω, θες να πεις! Βόηθα με να σηκωθώ. (Προσπαθεί να σηκωθεί) ΓΚΟΛΝΤΙ: (Πηγαίνοντας προς το μέρος της) Μην ταράζεσαι, Μπέρθα. ΜΠΕΡΘΑ: Βοήθα με να σηκωθώ. Πού είναι το κιμονό μου; ΓΚΟΛΝΤΙ: Μα, δεν χάνει να σηκωθείς - εσύ δεν μπορείς να σταθείς στα πόδια σου! ΜΠΕΡΘΑ: Σκάσε, γαμώτο! Πες στη Λένα να έρθει εδώ. Θα με βοηθήσει να φτιάξω τα πράγματά μου. ΓΚΟΛΝΤΙ: Τι θες να κάνεις;

ΜΠΕΡΘΑ: Να φύγω. ΓΚΟΛΝΤΙ: Να πας πού; ΜΠΕΡΘΑ: Αυτό δεν σε νοιάζει. ΓΚΟΛΝΤΙ: (Μετά από παύση) Καλά, πάω να φωνάξω τη Λένα. (Η Μπέρθα έχει σηκωθεί με μεγάλη προσπάθεια και σέρνεται με δυσκολία προς την τουαλέτα της) ΜΠΕΡΘΑ: Περίμενε μια στιγμή. Κοίτα κάτω από κείνο το δίσκο με τη χτένα και τη βούρτσα των μαλλιών. (Καταρρέει λαχανιασμένη στην κουνιστή πολυθρόνα) Θα βρεις πέντε δολάρια. ΓΚΟΛΝΤΙ: (Πηγαίνει, κοιτάζει) Δεν έχεις τίποτα κάτω απ' το δίσκο. ΜΠΕΡΘΑ: Θες να πεις ότι δεν έχω καθόλου λεφτά; ΓΚΟΛΝΤΙ: Καθόλου, εδώ και δέκα μέρες. Από τότε που αρρώστησες, έμεινες άφραγκη. ΜΠΕΡΘΑ: Είσαι ψεύτρα! ΓΚΟΛΝΤΙ: (Θλιμμένη) Άσε τους χαρακτηρισμούς, ρε Μπέρθα! (Κοιτάζονται. Μια κοπέλα με σατέν φόρεμα εμφανίζεται στο κατώφλι της πόρτας και κοιτάζει με περιέργεια. Κάνει ένα μορφασμό και χάνεται) ΜΠΕΡΘΑ: (Τελικά) Πες στη Λένα να έρθει. Εκείνη λέει αλήθειες. ΓΚΟΛΝΤΙ: (Πηγαίνει στην τουαλέτα) Κοίτα και μόνη σου. Κοίτα για να βεβαιωθείς. Βλέπεις τίποτα κάτω από το δίσκο; Μόνο μια κάρτα είναι - αυτή που σου 'χει στείλει ο Τσάρλι. ΜΠΕΡΘΑ: (Αργά) Με κλέψανε. Ναι, με κλέψανε! (Όλο και πιο γρήγορα) Με είδαν άρρωστη και κουρασμένη κι ανήμπορη, και με κλέψανε. Αν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, ξέρεις τι θα 'κανα; Θα τα 'ψαχνα όλα εδώ μέσα, μέχρι να βρω τα λεφτά μου! Γιατί θα τα βρω τα λεφτά που μου 'κλεψες, θα βρω πού τα 'χεις παραχώσει, παλιο... ΓΚΟΛΝΤΙ: Με τα τελευταία σου λεφτά αγόρασες τζιν. Δεν θυμάσαι; ΜΠΕΡΘΑ: Όχι! ΓΚΟΛΝΤΙ: Την Τρίτη το βράδυ, το βράδυ που αρρώστησες, πήγες κι αγόρασες ένα λίτρο τζιν. Μα το Χριστό, Μπέρθα! ΜΠΕΡΘΑ: Και το χέρι σου στο Ευαγγέλιο να βάλεις, δεν σε πιστεύω. Φέρε μου τη Λένα! Κάποια σκευωρία έγινε εδώ μέσα! (Σηκώνεται και πηγαίνει τρεχλίζοντας προς την πόρτα) Λένα! Λένα! Φώναξε την αστυνομία! ΓΚΟΛΝΤΙ: (Ανταριάζεται) Όχι, Μπέρθα! ΜΠΕΡΘΑ: (Δυνατά) ΦΕΡΕ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ! (Στηρίζεται αδύναμη στο κούφωμα της πόρτας και κλαίει με λυγμούς καλύπτοντας τα μάτια με το ένα χέρι της. Απ' έξω ακούγεται και πάλι το γραμμόφωνο και θόρυβος κάποιων που χορεύουν) ΓΚΟΛΝΤΙ: Ηρέμησε, Μπέρθα. Κάτσε και ηρέμησε. ΜΠΕΡΘΑ: (Στρέφεται προς το μέρος της) Μη μου λες εμένα να ηρεμήσω, βρομοθήλυκο! Φέρε εδώ την αστυνομία, γιατί θα σου...! (Η Γκόλντι την αρπάζει από το μπράτσο, αλλά η Μπέρθα καταφέρνει και της ξεφεύγει) Θα σας καρφώσω στην αστυνομία ότι με κλέψατε! Εσένα σ' έχω ικανή να κλέψεις και δεκάρες από αράπη ζητιάνο! Και μετά έρχεσαι εδώ και πας να με καλμάρεις με παπάδες κι εξομολογήσεις, αλλά εγώ - ΦΩΝΑΞΤΕ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ... ! (Χτυπάει τα χέρια της στον τοίχο και κλαίει με λυγμούς) ΓΚΟΛΝΤΙ: (Δεν ξέρει τι να κάνει) Θες ηρεμιστικό! Τράβα να ξαπλώσεις, αγάπη μου, και θα σου φέρω ηρεμιστικό κι ένα κουτί ασπιρίνες. ΜΠΕΡΘΑ: (Γρήγορα, με μάτια κλειστά, το κεφάλι γερμένο και τις γροθιές σφιγμένες) Να μου φέρεις τα είκοσι πέντε μου δολάρια, που μου τα βούτηξες κάτω από το δίσκο! ΓΚΟΛΝΤΙ: Μα, Μπέρθα... ΜΠΕΡΘΑ: (Χωρίς ν' αλλάξει θέση) Φέρ' τα, αλλιώς θα σου κάνω μήνυση! (Τα χείλη της τρέμουν. Ελάχιστο σάλιο τρέχει ως το πιγούνι της) Έχω πολλούς φίλους σ' αυτή την πόλη! Έχω μέσα! Δικηγόρους, πολιτικούς! Θα σε κάνω να φτύσεις αίμα! (Με τα μάτια ορθάνοιχτα) Θα ασκήσω τα συνταγματικά μου δικαιώματα! (Το γέλιο της σβήνει, πηγαίνει τρεχλίζοντας στην κουνιστή πολυθρόνα και καταρρέει. Η Γκόλντι την κοιτάζει κατατρομαγμένη. Μετά περνάει προσεχτικά κοντά από τη Μπέρθα και βγαίνει από την πόρτα μ' έναν αναστεναγμό ανακούφισης) Άχ, Τσάρλι, Τσάρλι, είσαι τόσο γλυκός, τόσο γλυκός! (Το κεφάλι της κουνιέται μπρος πίσω και στα χείλη της ένα

χαμόγελο γεμάτο αγωνία) Μου έκανες κι εσύ τις παλιοδουλειές σου, Τσάρλι! Με παράτησες και παντρεύτηκες εκείνη την πιτσιρίκα, τη χορεύτρια! Ω Θεέ μου! Σ' αγαπώ τόσο πολύ, που μου πονάει η ψυχή όταν κοιτάω το Θεϊκό πρόσωπό σον στη φωτογραφία! (Η έκστασή της σβήνει και στο πρόσωπό της πάλι αυτή η σχιζοφρενική φιλυποψία) Πού πήγε αυτή η σκρόφα; Πού είναι τα δέκα μου δολάρια; Έι, εσύ! ΕΣΥ! Φέρε μου τα λεφτά μου! Θα σ' ανοίξω το κεφάλι, αν σε πιάσω να τριγυρνάς με τα δικά μου τα λεφτά! Ω, Τσάρλι! Έχω φοβερό πονοκέφαλο, Τσάρλι. Όχι, αγάπη μου, να μη βγούμε απόψε. (Σηκώνεται από την κουνιστή πολυθρόνα) Έι, εσύ! Φέρε μου πάγο να βάλω στο κεφάλι μου -πάει να σπάσει από τον πόνο! Έχω ένα σκατοπονοκέφαλο -απ' το μεθύσι θα 'ναι! (Γελάει) Θέλω το δικηγόρο μου! Έχω μέσα εγώ σ' αυτή την πόλη! Μάλιστα! Έχω βύσμα σ' όλους τους πετρελαιάδες της -της- Νεβάδας! (Γελάει) Ναι, ναι! (Μπαίνει από την πόρτα η Λένα, μια καστανή Εβραιοπούλα με σατέν παντελόνι και μπλούζα. Η Μπέρθα την κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια) Ποια είσ' εσύ; ΛΕΝΑ: H Λένα. ΜΠΕΡΘΑ: Α, η Λένα, ε; Κάτσε κάτω. Τσιγάρο, αγάπη μου; Δεν είμαι καλά. Δεν έχω καθόλου τσιγάρα. Μου τα πήρε η Γκόλντι. Μ' αρπάζει ό,τι έχω και δεν έχω. Κάτσε και πάρε... ΛΕΝΑ: (Στο κατώφλι της πόρτας) H Γκόλντι μου είπε ότι δεν είσαι πολύ καλά, κι ήρθα να σε δω. ΜΠΕΡΘΑ: Πλάκα μου κάνεις; Μια χαρά είμαι. Απόψε θα ξαναβγώ για δουλειά. Σίγουρα. Πάντα τα καταφέρνω -έτσι δεν είναι, μικρή; Με ξέρεις εμένα να το βάζω ποτέ κάτω; Μπορεί να είμαι καμιά φορά άτυχη, αλλά δεν το βάζω κάτω! (Σταματάει σαν να περιμένει συγκατάνευση) Έτσι δεν είναι, Λένα; Δεν είμαι γριά. Έχω ακόμα πέραση. Έτσι δεν είναι; ΛΕΝΑ: Ούτε να το συζητάς. (Παύση) ΜΠΕΡΘΑ: Γιατί αυτός ο μορφασμός; ΛΕΝΑ: Ποιος μορφασμός; ΜΠΕΡΘΑ: (Χαμογελάει ελαφρά) Νόμισα ότι στράβωσες τη μούρη σου που είπα ότι έχω ακόμα πέραση. ΛΕΝΑ: (Μετά από παύση) Όχι, Μπέρθα, δεν είδες καλά. ΜΠΕΡΘΑ: (Βραχνά) Άκου, γλύκα μου, εγώ ξέρω το δήμαρχο. Δεν είναι λίγο. Μπορείς να μου φέρεις τη βαλίτσα μου; Πού είναι; Μ' έχουνε διώξει κι από καλύτερα μέρη -αυτό εδώ σαν δώρο μου 'ρχεται. (Σηκώνεται, προχωρεί με δυσκολία στο δωμάτιο, τελικά καταρρέει στο κρεβάτι) Αχ, Θεέ μου, είμ' εξοντωμένη. Θα μείνω τέζα μέχρι να μου περάσει ο πονοκέφαλος. (Η Γκόλντι εμφανίζεται στο κατώφλι της πόρτας. Αυτή και η Λένα ανταλλάσσουν ματιές με νόημα) ΓΚΟΛΝΤΙ: Λοιπόν, Μπέρθα, τι αποφάσισες; ΜΠΕΡΘΑ: Τι ν' αποφασίσω; ΓΚΟΛΝΤΙ: Τι θα κάνεις. ΜΠΕΡΘΑ: Παράτα με. Είμαι πολύ κουρασμένη. ΓΚΟΛΝΤΙ: (Αδιάφορα) Πήρα το νοσοκομείο. Στέλνουν ασθενοφόρο. Θα σε βάλουνε σ' ένα καλό και καθαρό δωμάτιο. ΜΠΕΡΘΑ: Πες τους να με πετάξουνε στο ποτάμι - θα κάνουνε κι οικονομία στο κράτος. Αλλά, μπορεί να φοβούνται ότι θα βρομίσω το νερό. Μάλλον θα με κάψουνε, για να μη μεταδοθεί η αρρώστια μου. Είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να εξαφανίσουνε το κουφάρι μου! Κοίτα τη, κοίτα τη, Λένα, την αλανιάρα που θέλει να λέγεται Γκόλντι! Νομίζει πως είναι και μεγαλόψυχη! Πλάκα δεν έχει; Το καλύτερο που έχει πάνω της, είναι αυτό που κάθεται πάνω του! Ναι, η κουφάλα! Έρχεται εδώ και μ' αρχινάει τα καλοπιάσματα, να φωνάξει παπά και να με χώσει στο νοσοκομείο! Αλλά, τα μασάω εγώ κάτι τέτοια; ΓΚΟΛΝΤΙ: (Με ελεγχόμενο θυμό) Να προσέχεις τα λόγια σου. Θα σου βάλουνε ζουρλομανδύα, αν λες τέτοια! ΜΠΕΡΘΑ: (Ξαφνικά σηκώνεται) Άει στο διάολο από δω μέσα! (Πετάει ένα ποτήρι στη Γκόλντι, η οποία ουρλιάζει και φεύγει τρέχοντας. H Μπέρθα στρέφει στη Λένα) Κάτσε να μου γράψεις ένα γράμμα. Έχει χαρτί εκεί, στην τουαλέτα. ΛΕΝΑ: (Κοιτάζοντας στην τουαλέτα) Όχι, δεν έχει. ΜΠΕΡΘΑ: Δεν έχει! Με κλέψανε πάλι! (Η Λένα προχωρεί στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι και πιάνει ένα σημειωματάριο)

ΛΕΝΑ: Νά, θα γράψω εδώ. ΜΠΕΡΘΑ: Εντάξει. Γράφε. Προς κύριο Τσάρλι Ώλντριτς, μεγαλοκαταστηματάρχη, Μέμφις. Το 'γραψες; ΛΕΝΑ: Διεύθυνση. ΜΠΕΡΘΑ: Είναι, Κεντρική Λεωφόρος, αριθμός 563. Το 'γραψες; Ναι, αυτή είναι. Και τώρα, γράφε ό,τι σου λέω. Αγαπητέ Τσάρλι. Κανονίζουνε να με κλείσουνε σε τρελάδικο. Και χωρίς να 'χουνε το δικαίωμα από το νόμο. (Η Λένα σταματάει να γράφει) Εγώ είμαι μια χαρά στα μυαλά μου. Το ρετιρέ μου λειτουργεί μια χαρά, όπως πάντα. (Η Λένα προσποιείται ότι γράφει) Γι' αυτό, Τσάρλι μου, έλα, σε παρακαλώ, να με πάρεις από δω μέσα. Χάρη στο ζητάω, αγάπη μου, για τις στιγμές που περάσαμε κάποτε μαζί. Φιλάκια και πολλές αγάπες, η λατρευτή σου Μπέρθα... Μια στιγμή... Βάλε υστερόγραφο και ρώτα πώς είναι η γυναίκα του και - Όχι! Σβήσε το υστερόγραφο, δεν κολλάει! Σβήσ' τα όλα - σκατά είναι! (Βαριά σιωπή. H Μπέρθα αναστενάζει και στριφογυρίζει στο κρεβάτι, γέρνοντας πίσω το ιδρωμένο κεφάλι της) Πάρε άλλο χαρτί. (Η Λένα σηκώνεται και παίρνει καθαρό χαρτί από το σημειωματάριο. Ενα Κορίτσι βάζει το κεφάλι στην πόρτα) ΚΟΡΙΤΣΙ: Λένα! ΛΕΝΑ: Έρχομαι. ΜΠΕΡΘΑ: Πήρες χαρτί; ΛΕΝΑ: Ναι. ΜΠΕΡΘΑ: Ωραία. Γράφε. Χαιρετίσματα από τη Μπέρθα - στον Τσάρλι - με πολλή αγάπη. Το 'γραψες; Γράψε χαιρετίσματα από τη Μπέρθα - στον Τσάρλι... ΛΕΝΑ: (Σηκώνεται και ισιώνει τη μπλούζα της) Ναι. ΜΠΕΡΘΑ: ...Με πολλή... αγάπη... (Η μουσική στο διπλανό δωμάτιο ξαναρχίζει) ΤΕΛΟΣ

Ο ματωμένος γάμος



Ο ματωμένος γάμος
Εξετάσεις Δραματικής Σχολής Δήμου Αγίας Βαρβάρας, Β' έτους, υπεύθυνος καθηγητής Λάζαρος Γεωργακόπουλος

Ματωμένος Γάμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ματωμένος Γάμος ή Ματωμένα Στέφανα, όπως είναι επίσης γνωστό στα ελληνικά είναι ο τίτλος θεατρικού έργου του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. (ισπ. Bodas de Sangre). Ο Λόρκα εμπνεύστηκε από ένα άρθρο εφημερίδας που ανέφερε ένα έγκλημα στην ανδαλουσιανή πόλη Níjar. Ο Ματωμένος Γάμος είναι ένα από τα τρία τραγικά θεατρικά έργα της "ισπανικής υπαίθρου" του συγγραφέα. Τα άλλα δυο είναι η "Γέρμα" και "Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα". Και τα τρία έργα υπογραμμίζουν την πειθήνια υποταγή των γυναικών που αποζητούν ελευθερία στην παραδοσιακή κοινωνία της ισπανικής υπαίθρου, η οποία τους αρνείται την κοινωνική ή ερωτική ισότητα.

[Επεξεργασία] Κύριοι χαρακτήρες

  • La madre: Μητέρα του Γαμπρού, έχασε τον άνδρα της και το μεγαλύτερο γιο της, που δολοφονήθηκαν από τους Φελίξ. Ο γάμος του γιου της συμβολίζει γι' αυτή την απέραντη μοναξιά μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της.
  • El Novio: Ο Γαμπρός, νεαρός κι ευκατάστατος, με την οικονομική άνεση να πετύχει έναν καλό γάμο.
  • La Novia: Η Νύφη, νέα κοπέλα από καλή οικογένεια, που ζει με τον πατέρα της λίγο παράμερα από το υπόλοιπο χωριό.
  • Léonardo: Ο Λεονάρντο είναι ο μόνος χαρακτήρας "με όνομα". Είναι παντρεμένος κι έχει ένα μικρό γιο με την ξαδέρφη της Νύφης. Είναι της οικογένειας των Φελίξ και παλιά ήταν αρραβωνιαστικός της Νύφης, αλλά δεν την παντρεύτηκε ελλείψει χρημάτων.
  • La Luna: To Φεγγάρι
  • La Muerte: Ο Θάνατος, με τη μορφή μιας ζητιάνας


[Επεξεργασία] Υπόθεση του έργου

Η Μάνα, πικραμένη από το θάνατο του συζύγου και του μεγαλύτερου γιου της από το χέρι των Felix, δίνει την ευχή της στο μικρότερο γιο της για να παντρευτεί μια κοπέλα που ζει κοντά στην πόλη και δηλώνει την επιθυμία της να δει εγγόνια. Μια γειτόνισσα συζητάει με τη Μάνα και της αποκαλύπτει πως η Νύφη ήταν παλιά αρραβωνιασμένη με το Λεονάρντο, συγγενή των Felix που σκότωσαν την οικογένειά της. Ο Λεονάρντο είναι τώρα παντρεμένος με την ξαδέρφη της Νύφης και μένει μαζί με τη γυναίκα του και την πεθερά του. Όταν γυρίζει σπίτι από τη δουλειά, τις ακούει να νανουρίζουν το μικρό γιο του. Όταν ένα μικρό κορίτσι καταφτάνει και τους λέει τα νέα για τις προετοιμασίες του γάμου του Γαμπρού με τη Νύφη, ο Λεονάρντο όλο οργή ορμάει έξω από το σπίτι. Η Μάνα επισκέπτεται το σπίτι της Νύφης, όπου συζητά μαζί της και με τον Πατέρα της. Η Υπηρέτρια μένει κάποια στιγμή μόνη με τη Νύφη, την πειράζει για τα δώρα του Γαμπρού, ενώ της αποκαλύπτει ότι ο Λεονάρντο έρχεται τα βράδια κάτω από το παράθυρό της. Εκείνο το βράδυ, τη συναντά και της εκμυστηρεύεται τον πόθο του και το λόγο που δεν την παντρεύτηκε παλιότερα. Η Νύφη επιχειρεί να τον κάνει να σωπάσει, αλλά δεν αρνείται ότι ακόμα έχει αισθήματα γι' αυτόν. Η υπηρέτρια διώχνει το Λεονάρντο, ενώ καταφτάνουν οι καλεσμένοι για το γάμο. Όλοι κατευθύνονται προς την εκκλησία, ενώ η Νύφη ικετεύει το Γαμπρό να την προστατέψει.

Μετά το γάμο, όλος ο κόσμος γυρίζει στο σπίτι της Νύφης για το γαμήλιο γλέντι. Εκεί, αναζητούν τη Νύφη και το Λεονάρντο, αλλά ανακαλύπτουν ότι το έσκασαν με το άλογο. Ο Γαμπρός εξοργισμένος βγαίνει να κυνηγήσει και να σκοτώσει το Λεονάρντο, ενώ η Μάνα διατάζει όλους τους καλεσμένους να χωριστούν σε ομάδες και να ψάξουν το ζευγάρι.

Στο δάσος, όπου βρίσκονται ο Λεονάρντο και η Νύφη, εμφανίζονται τρεις Ξυλοκόποι που συζητούν τα γεγονότα, λέγοντας ότι το ζευγάρι θα ανακαλυφθεί μόλις βγει το φεγγάρι και φωτίσει το δάσος. Το Φεγγάρι εμφανίζεται σαν χαρακτήρας και σε ένα μονόλογο πενθεί τη μοναξιά του και δηλώνει την επιθυμία του να χυθεί αίμα, προκειμένου να τιμωρήσει τους ανθρώπους που το άφησαν έξω από τα σπίτια τους. Ρίχνει το φως του στο δάσος, ενώ συνοδεύεται από μια ζητιάνα, που είναι ο Θάνατος προσωποποιημένος: μαζί συμφωνούν το θάνατο των ζηλιάρηδων ανδρών.

Ο Γαμπρός μαζί με μια κοπέλα ψάχνουν στο σκοτεινό δάσος. Τους εμφανίζεται ο Θάνατος, σαν γριά ζητιάνα και τους λέει ότι θα τους οδηγήσει στο Λεονάρντο. Λίγο πιο μακριά, ο Λεονάρντο και η Νύφη αγκαλιάζονται και σκέφτονται το μέλλον τους, ρομαντικοί αλλά με ένα ασίγαστο και σκοτεινό πάθος ο ένας για τον άλλο. Ακούγονται βήματα: πλησιάζει ο Γαμπρός με το Θάνατο, ο Λεονάρντο φεύγει από τη σκηνή και δυο κραυγές ακούγονται μες στο σκοτάδι.

Πίσω στην πόλη, οι γυναίκες έχουν μαζευτεί κοντά στην εκκλησία και συζητούν για τα γεγονότα. Ο θάνατος εμφανίζεται σαν ζητιάνα και δηλώνει ότι θάνατος απλώθηκε στο δάσος. Θυμωμένη και πικραμένη η Μάνα βλέπει τη Νύφη να γυρίζει, με το νυφικό της γεμάτο αίματα από τους δυο άνδρες που αλληλοσκοτώθηκαν στο δάσος. Η Μάνα την ανακηρύσσει πόρνη και πάει να τη σκοτώσει, αλλά τελικά απομακρύνεται και προσεύχεται. Η αυλαία πέφτει, όσο η Νύφη και η Μάνα απαγγέλλουν την τραγωδία του Ματωμένου Γάμου.

[Επεξεργασία] Παραστάσεις

Το έργο είχε δημοσιευτεί ήδη το 1945 με τον τίτλο Ματωμένα Στέφανα, σε μετάφραση Γιώργου Σεβαστίκογλου. Παρουσιάστηκε στην Ελλάδα για πρώτη φορά σε παράσταση στις 8 Απριλίου 1948 από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, μετάφραση Νίκου Γκάτσου, σκηνικά του Γιάννη Τσαρούχη και μουσική και τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Τη Νύφη ερμήνευσε η Έλλη Λαμπέτη και το Λεονάρντο ο Βασίλης Διαμαντόπουλος.

Τα πικρά Δάκρυα της Πέτρας Φον Καντ






Εξετάσεις Δραματικής Σχολής Αγίας Βαρβάρας, Β' έτους.

Τα πικρά δάκρυα της Πέτρας Φον Καντ

Καμιά φορά είναι ν' απορείς με τις συμπτώσεις της ζωής.

Για κάποιο λόγο, προέκυψε στη ζωή μου η πέτρα. (στο βιβλίο μου και στο θέατρο της Λένας μου) Διαφορετικές οι Πέτρες, έτσι κι αλλιώς, μα δεν παύουν να είναι πέτρες...

Σίγουρα καρμικό.
Οι Πέτρες πάντα γύρω μας και δίπλα μας!

Η κοκκινομάλλα είναι η Λένα μου, (Παπαθεοδώρου).
Η άλλη ηθοποιός (στον ρόλο της Πέτρας) είναι η Μαριάννα, μόνο που δεν πρόλαβα να ρωτήσω επίθετα και ονόματα απ' τα παιδιά.
Υπεύθυνος καθηγητής: Λάζαρος Γεωργακόπουλος
(Θα κάνω τις ενημερώσεις εν καιρώ.)

Θέλω να συγχαρώ όλα τα παιδιά της Σχολής, ένα ένα ξεχωριστά, όπως και τους καθηγητές.
Κάνουν πολύ καλή δουλειά! Εύγε!

Υποσχέθηκα ότι θα ανεβάσω όλα τα βιντεάκια που κατέγραψα, μόνο λίγη υπομονή, γιατί δουλεύω πολλές ώρες κι αυτά απαιτούν πολύ χρόνο για να ανέβουν.

Περισσότερα για το έργο:


. Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ.
(κλικ)

"Τα πικρά δάκρυα της Πέτρας φον Καντ" - "Die Bitteren Traenen Der Petra", 1972
Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ

"Ο πολύ γνωστός, και στο πλατύ κοινό μετά το θάνατό του, και μετά τη μεγάλη του τηλεοπτική επιτυχία "Βερολίνο, Αλεξάντερπλατς", Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, το 1971 που γυρίζει την δέκατη τέταρτη ταινία του Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ, ήταν 29 ετών και είχε στο ενεργητικό του πολλές επιτυχίες τόσο στο σινεμά όσο και στο λεγόμενο "αντιθέατρο"...
Τα Πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ είναι ένα φιλμ γυρισμένο σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη που βασίζεται στις θεωρητικές αρχές του "αντιθεάτρου". Και παρόλο που "αφηγείται" τα της διαπροσωπικής λεσβιακής ερωτικής σχέσης μιας αστής και μιας προλετάριας, στην πραγματικότητα, πολύ μικρή σχέση έχει με τον έρωτα: Είναι ένα φιλμ καθαρά πολιτικό, και θα δούμε γιατί."




"Η Πέτρα φον Καντ είναι μια πλούσια αστή σχεδιάστρια μόδας, καλλιεργημένη και εστέτ. Είναι 35 ετών, διαζευγμένη και μητέρα μιας κόρης γύρω στα δεκαοχτώ Χώρισε τον άντρα της για λόγους "αισθητικούς", και στην πραγματικότητα γιατί... ήταν άνδρας. Που σαν τέτοιος, πρέπει να έμπαινε εμπόδιο στα εξουσιαστικά της σχέδια: Η ομοφυλοφιλία της Πέτρα δεν είναι τάξεως ορμονικής-βιολογικής-ψυχολογικής. Είναι τάξεως κοινωνικής. Της επιτρέπει να αναπαράγει άνετα το εξουσιαστικό μοντέλο της ανδροκρατίας και να το μιμείται. Συνεπώς, η Πέτρα δεν είναι ούτε "φεμινίστρια" ούτε λεσβία. Είναι ένας ευνούχος - φαλλοκράτης χωρίς φαλλό, δηλαδή χωρίς το έμβλημα της ανδρικής εξουσίας, αλλά με ανδρική εξουσία, ωστόσο..."







"Η Πέτρα (την παίζει η πολύ μεγάλη ηθοποιός Μαργκίτ Γκάρστενσεν), έχει πάντα μαζί της μια βουβή υπηρέτρια για όλες τις δουλειές, έναν τέλειο σκλάβο... Στο τέλος του φιλμ η Πέτρα θα ελευθερώσει τη σκλάβα με καθυστέρηση σχεδόν 150 χρόνων σε σχέση με μια ανάλογη ιστορική πράξη του Λίνκολν και η σκλάβα (Ιρμ Χέρμαν) θα της φιλήσει το χέρι πριν ριχτεί στη μεγάλη περιπέτεια της ελευθερίας, με την οποία και τελειώνει η ταινία. Για να πάρει αυτή την απόφαση η πολύ λογική, ψύχραιμη και σκληρή Πέτρα (το όνομά της, μέσα στην αλληγορική διάσταση της μυθοπλασίας δεν είναι καθόλου τυχαίο, όπως δεν είναι τυχαίο και το επώνυμο "Καντ" που παραπέμπει απευθείας στον Εμμάνουελ Καντ, δημιουργό του κατεξοχήν συμβιβαστικού και "συνυπαρξιακού" φιλοσοφικού συστήματος), για να γίνει λοιπόν φιλελεύθερη αστή χάνοντας έτσι, τον έτσι κι αλλιώς αταβιστικό τίτλο του "φον", έπρεπε να μεσολαβήσει ένας έρωτας, στην κυριολεξία καταλυτικός: Μπροστά στη φύση - κι ο έρωτας είναι φύση - δεν υπάρχει αφέντης και σκλάβος. Κάλλιστα, ο αφέντης μπορεί να ερωτευθεί το σκλάβο του. Κυρίως όταν είναι πολύ όμορφος όπως, η Χάνα Σιγκούλα. Λοιπόν η Πέτρα ερωτεύεται την Κάριν... Γυναίκα πολύ ταλαιπωρημένη η Κάριν και "ολίγον πόρνη"... ενδίδει στις καταρχήν κατακτητικές ορέξεις της Πέτρα, που αμέσως μετά θα γίνουν και ερωτικές ορέξεις. (Ξέρετε πολλούς αστούς, ή μικροαστούς που δεν αρχίζουν μια ερωτική ιστορία ως κατακτητές; Άλλωστε, κατάκτηση δεν λέγεται στην αστικά βεβαρυμένη γλώσσα η ερωτική επιτυχία; Και το φλερτ δεν είναι ένα είδος στρατηγικού σχεδίου που κατέστρωσε μεθοδικά ο κονκισταδόρος ερωτιδεύς; Γιατί άραγε το φλερτ το λέμε και "ερωτική πολιορκία";...)
Λοιπόν η αστή προσπαθεί να κυριαρχήσει πάνω στην προλετάρια με όπλο την οικονομική της ισχύ, δηλαδή την υπόσχεση που της δίνει πως θα την κάνει διάσημο μανεκέν. Αλλά... Η Κάριν εκτός του ότι "απατά" την Πέτρα με άνδρες, την κοπανάει μια ωραία πρωία και επιστρέφει στον σύζυγό της. Ομοφυλοφιλία τέλος όνειρα για άνετη ζωή δια της απάτης της μόδας τέλος. Τέλος επίσης, και στην εξουσιαστική μανία της Πέτρα, που θα χύσει δάκρυα πικρά στο τέλος. Επιτέλους το τέρας εξανθρωπίστηκε μέσα από την ερωτική κάθαρση."




"Στο φιλμ δεν υπάρχει άνδρας ούτε για δείγμα. Παρά μόνο ζωγραφιστός στην κυριολεξία: Στο ντεκόρ δεσπόζει ένας κολοσσιαίος πίνακας του Νταβίντ αν δεν απατώμαστε, που υπογραμμίζει τη μετάθεση της εξουσίας του άντρα στο χώρο του μύθου, καθώς και την παρουσία του φαλλού ως μυθικού - εξουσιαστικού συμβόλου.
Όλο αυτό το καθόλου δραματικό "δράμα" θα παιχτεί "κεκλεισμένων των θυρών" μέσα στους τέσσερις τοίχους του ροκοκό σπιτιού της Πέτρα... Μέσα σε αυτό το εντελώς εκπληκτικό ντεκόρ, που στην κυριολεξία πρωταγωνιστεί, υπάρχει το κρεβάτι της Πέτρα. Η δράση θ' αρχίσει σ' αυτό, θα τελειώσει σ' αυτό και κατά τα τρία τέταρτα θα διαδραματιστεί πάνω ή κοντά σ' αυτό, δίπλα σε κούκλες-μανεκέν. Αυτό το κλασικό σύμβολο της αστικής ανίας και συχνά της αστικής αντίληψης για την Ιστορία, στο σινεμά δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ με εξυπνότερο και λειτουργικότερο τρόπο. Και το τετριμμένο σύμβολο της κούκλας θα πλαισιώσει έξοχα το σύμβολο του κρεβατιού.
Τούτο το πάρα πολύ σπουδαίο φιλμ, περισσότερο "ακούγεται" παρά βλέπεται..."

(Βασίλης Ραφαηλίδης, "Κινηματογραφικά θέματα", τόμος 1ος, Εκδόσεις Αιγόκερως)




Αναρτήθηκε από desapoin3ison4 στις 4:47 μ.μ.

α' ανάρτηση: 26/6/10 11:58

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Χειροκρότημα στην κόρη μου...

Πες πως ήμουνα εκεί, κορίτσι μου!
Φύλακας Άγγελος, κοντά σου!
Άκουσα το χειροκρότημα...
Εκεί είμαι, καρδιά μου!

Θα 'ρθει κάποτε η μέρα που θα είμαι σταθερά και πάντα δίπλα σου!
...να τσακίζω τα χέρια μου...
και να σε καμαρώνω όρθια... έτσι όπως σου είχα τάξει!
Και να κλαίω, να κλαίω, με μάτια και καρδιά, όπως απόψε!

Πάντα απούσα, μα πάντα δίπλα σου, παιδί μου!

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

Η δολοφονία του Μαρά - Πέτερ Βαϊς









ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΘΕΑΤΡΟ

ΠΕΤΕΡ ΒΑΪΣ

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΑ

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΔΩΔΩΝΗ» ΑΘΗΝΑ

ΣΕΙΡΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΘΕΑΤΡΟ: ΑΡΙΘ. 71

«… ο Μαρά είναι η φλογερή ενσάρκωση της απόλυτης Επανάστασης. Η δική του ιδανική πολιτεία, δεν είναι το κράτος της ατομικής ηδονής, αλλά το κράτος του γενικού συμφέροντος, όπου το άτομο δε θα υπάρχει παρά για το σύνολο. Εξεγείρεται κι αυτός, αλλά εναντίον του καθεστώτος που καταπίεζε το λαό, «μισεί κάθε τι που θυμίζει αφέντες και δεσπότες», πιστεύει με πάθος στις ιδέες, και απέναντι στη σιωπή της Φύσης, ορθώνει τη Δράση, στην αδιαφορία της βρίσκει ένα νόημα» και πασχίζει «ν’ αλλάξει και να καλυτερέψει τον κόσμο». Γι’ αυτόν τον σκοπό, κάθε μέσο είναι καλό, ακόμα κι ο όλεθρος («Δεν μπορούμε να χτίσουμε, αν δεν γκρεμίσουμε»), ακόμα κι ο αφανισμός των άλλων («Δεν δολοφονούμε, σκοτώνουμε από νόμιμη άμυνα») Είναι κι αυτός αγανακτισμένος για το δρόμο που πήρε η Επανάσταση, όχι όμως επειδή δεν έφερε τη σαδιστική «ελευθερία», μα επειδή δεν έφτασε ως το τέλος, επειδή περιορίζεται σε ημίμετρα, επειδή καινούργιοι εκμεταλλευτές της λαϊκής ελευθερίας ήρθαν να διαδεχθούν τους παλιούς…

Σελίδα 11

ΧΟΡΟΣ, στο βάθος, τραγούδι:
Τους στρατηγούς όλους σκοτώστε
Τους μαυραγορίτες παλουκώστε!
ΡΟΥ: Ζήτω η Επανάσταση!
(Οι τέσσερις Τραγουδιστές και άλλοι Άρρωστοι παίρνουν θέση γύρω στην μπανιέρα για την «αποθέωση» του Μαρά. Υψώνουν ένα στεφάνι από φύλλα.)

ΕΝΑΣ ΑΡΡΩΣΤΟΣ, στο βάθος: Μαρά, δε θέλουμε να σκάβουμε το λάκκο μας.

ΕΝΑΣ ΑΡΡΩΣΤΟΣ, στο βάθος: Μαρά, ψωμί γεμάτο θέλουμε το σάκο μας.

ΕΝΑΣ ΑΡΡΩΣΤΟΣ, στο βάθος: Μαρά, δε θέλουμε σαν σκλάβοι πια να ζούμε.

ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΡΩΣΤΟΙ: Μαρά, θέλουμε να καλοπερνούμε.

Σελ.28

ΑΗΔΟΝΑ…
Μαρά μας, πατερούλη, ποιος σ’ έχει πληγώσει;
Η Επανάστασή μας δεν πρέπει να ματώσει.
Σελ. 29

ΑΡΡΩΣΤΟΙ, στο βάθος, χτυπώντας το ρυθμό, μιλάνε αφού πρώτα συνεννοήθηκαν:
Ποιος μας κρατάει φυλακισμένους εδώ πέρα;
Γεροί είμαστε, και θέλουμε λεύτερον αγέρα.
Σελ. 31

ΚΟΡΝΤΑΙ,….
…Είχαμε, κάποτε, το ίδιο ιδανικό,
που ονειρεύτηκε ο μεγάλος μας Ρουσσώ.
Μα δε μπορέσαμε να δώσουμε τα χέρια,
Γιατί οι λέξεις, οι ίδιες λέξεις όπου λέγαμε,
Άλλο είχανε νόημα για σένα,
Κι άλλο για μένα.
Καθένας μας τη Λευτεριά ποθούσε,
Αλλά, για σένα, η Λευτεριά περνούσε
μεσ’ από πτώματα βουνό.
Για Ομόνοια μιλούσαμε κι οι δυο,
Αλλά μας έδειξες, σε λίγα χρόνια,
Τι εσήμαινε, για σένα, η Ομόνοια.
Σελ.33

ΣΑΝΤ:….
Ήθελες να χωθείς μες στην πραγματικότητα
Μα η πραγματικότητα σε στρίμωξε σε μια γωνιά.
Εγώ,
Έπαψα να σκοτίζομαι γι’ αυτήν,
Η ζωή μου είναι τώρα η Φαντασία.
Η Επανάσταση δε με νοιάζει πια.
Σελ.52

ΜΑΡΑ: Λάθος, Σάντ, λάθος.
Με ταραγμένες σκέψεις
Δεν μπορείς κανένα τείχος να γκρεμίσεις.
Με την πένα δεν μπορείς την «τάξη» ν’ αναποδογυρίσεις.
Όσο και να πασχίσουμε να οραματιστούμε τους νέους καιρούς,
Ετούτοι δεν ξεπηδάνε
παρά μες από τις αδέξιες κι άμορφες πράξεις μας.
Είμαστε τόσο ποτισμένοι απ’ τις προλήψεις
Που η μια γενιά κληρονομά απ’ την άλλη,
Ώστε ακόμα κι οι καλύτεροι από μας
Δεν ξέρουνε που να στραφούν
Και πώς να βγούνε απ’ τις παγίδες.
Είμαστε οι εφευρέτες της Επανάστασης
Αλλά δεν ξέρουμε ακόμα πώς να τηνε μεταχειριστούμε.
Η Εθνοσυνέλευση είναι μια σύναξη από ανθρώπους
Που ο καθένας είναι ποτισμένος απ’ τη δική του φιλοδοξία,
Κι ο καθένας θέλει κάτι να κρατήσει από τα πεινασμένα,
Ο ένας τη μαιτρέσσα του
Ο άλλος έναν όμορφο πίνακα
Ο ένας τα’ άλογό του
Ο άλλος το περβόλι του
Ο ένας το στρατό του
Ο άλλος το βασιλιά του.
Κι έτσι δεν κάνουμε ούτε βήμα κατά μπρος
Και, στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,
Προσθέτουμε το «ιερό δικαίωμα» της ιδιοκτησίας και του πλούτου!
Σελ. 52-53


16. ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

ΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ, με συνοδεία μουσικής:
Που τους βρήκαν τους παράδες
Που τη βρήκαν τόση δύναμη
Που τις βρήκαν τις φιλίες
Κι όλες τις χρυσές δουλειές;
Ενώ εμείς δεν έχουμε άλλο
Παρά τρύπες.

ΤΟΥΡΛΟΥΛΟΥ: Τρύπες έχουμε για σπίτια.
ΓΛΟΥΓΛΟΥ: Τρύπες πλήθος στην κοιλιά μας.
ΑΗΔΟΝΑ: Τρύπες πλήθος στα βρακιά μας.

Σελ.54

ΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ και Ο ΧΟΡΟΣ:
Μαρά, τι βγήκε από την Επανάσταση;
Μαρά, δεν περιμένουμε άλλη ανάσταση,
Μαρά, είμαστε ακόμα όλοι φτωχοί,
Θέλουμε να ‘ρθει η «αλλαγή».

Σελ. 72

ΚΟΡΝΤΑΙ, σε ύφος άριας:
Κάποτε θα φτάσουμε στην αρμονία του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τους όμοιούς του….
….Όπου ο καθένας θα ‘χει πάνω στους άλλους τα ίδια δικαιώματα που θα μπορεί να ‘χει στον ίδιο τον εαυτό του.
Σελ.74

Μην ξεγιέστε
Όταν ακούτε πως η Επανάστασή μας πνίγηκε
Κι όταν σας λένε
Πως τα πράματα πάνε καλύτερα.
Κι αν δε βλέπετε πια τόση μιζέρια,
Ειν’ επειδή την έχουνε κρυμμένη
Κι αν κερδίζετε χρήματα
Και μπορείτε κάτι ν’ αγοράσετε απ’ τα «καλά»
Που οι βιομηχανίες σας πασάρουν,
Κι αν σας φαίνεται
Πως η καλοπέραση έφτασε στην πόρτα σας,
Μην ξεχνάτε πως όλ’ αυτά δεν είναι παρά απάτη εκείνων
Που έτσι κι αλλιώς έχουνε πάντα πιο πολλά από σας,

…Μην τους πιστεύετε
Όταν σας χτυπάνε φιλικά την πλάτη
και λένε πως δεν υπάρχουν πια διαφορές ανάμεσά σας
πως δεν αξίζει να μιλάμε πια γι’ αυτές
και να φιλονικούμε,

γιατί ίσα – ίσα τότε βρίσκονται στο κορύφωμα της δύναμής τους
μες στους καινούριους πύργους τους όλο μάρμαρο κι ατσάλι
απ’ όπου ξεγυμνώνουμε τον κόσμο ολόκληρο
με την πρόφαση
πως «διαδίδουν τον πολιτισμό».
Σελ. 76

ΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ,

Τι τρέχει, που μας πάνε
Αυτοί που κυβερνάνε;
Θα ‘θελα να μου πούνε
Γιατί όλο μας χτυπούνε;
Μας λέγανε με χάχανα
Πως τέλειωσαν τα βάσανα.
Όμως ξανά η μιζέρια
Μας παραλεί τα χέρια.
Σελ.79


ΝΤΥΠΕΡΕ:
Α, πόσο καλύτερα θα ήτανε αν είχαμε ακόμα δημιουργικές σκέψεις αντί για ταραχές. Αν είχαμε ομορφιά και αρμονία
Αντί φανατισμούς και υστερίες.
Σελ. 102

ΦΩΝΕΣ:
Μαρά, Μαρά, Μαρά, Μαρά, Μαρά!
Στεφανώστε τον Μαρά.
Με δάφνινο στεφάνι.
Θρίαμβο για τον Μαρά!
Ζήτω ο Λαός!
Ζήτω το πεζοδρόμιο.
Ζήτω οι φανοστάτες.
Ζήτω η Ελευθερία.
Κάτω ο ζουρλομανδύας.
Κάτω οι μανταλωμένες πόρτες.
Κάτω τα κάγκελα.
Σελ. 102

ΜΑΡΑΣ:
… Σαν έγραφα,
Έγραφα πάντα με τη σκέψη μου στην Πράξη
Κι ούτε στιγμή ξεχνούσα
Πως το γράψιμο δεν ήταν παρά προετοιμασία.
Σαν έγραφα,
Έγραφα πάντα μέσα σε πυρετό,
Κι άκουγα κιόλας το βροντολόγημα της Πράξης.
Σελ.103

ΣΑΝΤ:
Μαρά,
Τούτα τα κάτεργα
Που κρύβουμ’ όλοι μέσα μας
Είναι χειρότερα
Κι από τα πιο ανήλιαγα πέτρινα μπουντρούμια,
Κι όσο μένουνε κλειδαμπαρωμένα
Ολόκληρη η Επανάστασή σας δε θα είναι
Παρά ένας ξεσηκωμός φυλακισμένων,
Που θα τον πνίξουν
Οι πουλημένοι σύντροφοι της φυλακής τους.
Σελ.116

ΡΟΥ, με συγκρατημένη φωνή:
Έτσι λοιπόν, το βαστάξατε να σκοτώσουνε το φίλο σας.
Από αδράνεια δε σαλέψατε,
Από αμάθεια.
Κι έτσι αφήνετε
Τους εχθρούς σας, με σίδερο, αίμα και χρυσάφι
Να στεριώνουνε το βασίλειό τους,
Να σας αρπάνε τα’ αγαθά της γης
Που το ίδιο ανήκουν σ’ όλους.
Για τελευταία φορά,
Ξεσηκωθείτε.
Μάθετε να βλέπετε,
Μάθετε να κρίνετε.
Δείξτε τους
Πως δεν είσαστε κορόιδα.
Σελ.123

ΚΟΥΛΜΙΕ, φωνάζει μέσα στη χλαλοή:
Ζήτω ο Αυτοκράτωρ! Ζήτω η Γαλλία!
Ζήτω και το άσυλό μας του Σαραντόν!
ΌΛΟΙ, φωνάζουν ρυθμικά και ανάκατ, ενώ βαδίζουν:
Σαραντόν! Σαραντόν:
Ναπολέων! Ναπολέων!
Γαλλία! Γαλλία!
Ανταρσία! Ανταρσία!
Συνουσία! Συνουσία!
Σελ. 125





















Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Η δολοφονία του Μαρά - ΠΕΤΕΡ ΒΑΪΣ






Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΑ - ΠΕΤΕΡ ΒΑΪΣ
ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΝΩΤΕΡΗΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ
Β΄ ΕΤΟΥΣ
Υπεύθυνη καθηγήτρια: ΡΟΥΜΠΙΝΙ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Ένα πολύ επίκαιρο έργο για την εποχή μας!
ΘΕΡΜΑ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ σε όλους τους μαθητές και σε όλους τους καθηγητές!