
Δεν το πιστεύω ότι τα λόγια της Χαρούλας δεν τα είχα ανεβάσει!
Τώρα θυμήθηκα ότι δεν ανέβασα ακόμα την ύλη όλης εκείνης της βραδιάς!
Σ'χωράτε με, παιδιά!
Γούρι, μέχρι να 'ρθει η δεύτερη!
Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

ΜΙΑ ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ
Γράφει ο Γιάννης Τσίγκρας
Όλα καταδείκνυαν την πορεία προς μια παταγώδη αποτυχία της εκδήλωσης που διοργανώναμε το βράδυ του περασμένου Σαββάτου, 19 Ιουνίου, στο παραδοσιακό καφενείο ΧΝΑΡΙΑ.
Η εποχή και η μέρα ελάχιστα βοηθούσαν, ο χώρος ήταν μικρός και άγνωστος, , η τα πάντα συγχωρούσα και, σαν τις πατερίτσες του Νταλί, υποβοηθούσα το έργο τέχνης πανσέληνος ήθελε μέρες να ανατείλει-πού να φανεί άλλωστε το φεγγάρι και τα άστρα στο κέντρο της πόλης-οι μουσικοί κούρδιζαν τις κιθάρες τους γι αλλού.
Και, το κυριότερο, πίσω μας δεν υπήρχε ο πανίσχυρος φορέας ο Δήμος, η Νομαρχία, ο Εκδοτικός Οίκος.
Τίποτε.
Μόνο δυο παλαβοί, ο ένας από τη φύση του απαισιόδοξος κι η άλλη το αντίθετο.
Και το θαύμα έγινε:
Το καφενείο γέμισε κόσμο, στην πλειοψηφία τους νέα παιδιά.
Οι στίχοι πεταλούδες,, οι στίχοι πουλιά, οι στίχοι αιμάτινες σταγόνες, τινάχτηκαν με το άνοιγμα βιβλίων, παλιών τετραδίων, φωτοτυπιών ακόμη και ..κινητών, κυρίως όμως αθώων λευκών χαρτιών που κάποια στιγμή μουτζουρώθηκαν αποτυπώνοντας τις αμέτρητες διαστάσεις της Στιγμής που συμπίπτει με την Αιωνιότητα,
Επιπλέον, μας τίμησαν οι σημαντικότεροι ποιητές της πόλης μας, παρ όλο που ο τίτλος της εκδήλωσης έμοιαζε να προκρίνει για συμμέτοχους μόνο τους άσημους, εκείνους που δεν αξιώθηκαν να δουν τυπωμένους τους στίχους τους.
Το σημαντικότερο απ ΄όλα είναι ότι δεν χάθηκε ούτε η παρεϊστικη διάθεση ούτε η δίψα να αναδειχθεί η βραδιά σε μυσταγωγία, μέσω μιας συζήτησης υψηλού επιπέδου για την ποίηση , τον ποιητή, τον ακροατή - συνένοχο και συνδημιουργό.
Δεν υπήρξε διάλεξη με επωδό το στείρο και δυσερμήνευ τ ο χειροκρότημα, ούτε εισήγηση με τις επακολουθούσες ερωτήσεις στις οποίες απαντά ο σοφός εισηγητής.
Εδώ είχαμε ένα παιγνίδι αισθαντικών, όπως προσφυώς ειπώθηκε, μια αποκρυπτογράφηση, ένα ξεκλείδωμα, μια λύση και ταυτόχρονα μια νέα δημιουργία, ένα καινούργιο ποίημα, μια στοχαστική σύνθεση.
Η απουσία της μουσικής, από ένα σημείο και πέρα ηθελημένη, αναδείκνυε το πυκνό, και απαλλαγμένο από τον όποιο ατμοσφαιρικό βιασμό, μυστικό μέλος ενός λόγου ο οποίος "λογικοποιεί το χάος και, εν τέλει, ανάγει τα πάντα στον ένα Λόγο".
Μια βαθμιαία αναγωγή από το πάνδημο στο ουράνιο.
Ανακαλύψαμε, αλλά δεν το ομολογήσαμε, την κρυμμένη εντός μας Διοτίμα.
Ανιχνεύτηκαν αισθητικά της ποίησης προβλήματα όπως το διφυές της αισθαντικότητας και της στοχαστικότητας, η με τον τρόπο του Βαλερύ (ο λύκος είναι φτιαγμένος από αφομοιωμένο πρόβατο) νόμιμη πρόσληψη και μεταστοιχείωση του ξένου, πώς δηλαδή ο Ρωμανός ο Μελωδός εμπεριέχεται στον Ελύτη, ο Καβάφης στον Έλιοτ κι τελευταίος στον Σεφέρη. Ακούστηκε και ο σχετικός στίχος της Μαστοράκη "μέσα μας κουβαλούμε τους μεγάλους".
Τι κι αν δεν ήλθαν κανάλια και δημοσιογράφοι κοσμικών στηλών;
Εμείς κάναμε το κέφι μας και σε δύσκολους καιρούς αναζητήσαμε το καρυωτακικό καταφύγιο και την αναψυχή της καρδιάς μας.
Ελπίζω ότι η ιδιοκτήτρια του Παραδοσιακού Καφενείου ΧΝΑΡΙΑ θα βρει μια μέρα για τις συγκεντρώσεις μας.
Ελπίζουμε ακόμη ότι αυτοί οι θύλακες πνευματικής ανάσας θα πολλαπλασιαστούν σε τούτη την πόλη που εδώ και καιρό ζει το πνευματικό της κενό.


















Ο Γιάννης Χρ. Μαηλίδης ήταν η μεγάλη έκπληξη της βραδιάς! "Ντιλέτος" το ψευδώνυμό του!
Το ποίημα "Ποίηση" βραβεύτηκε απ' τα βραβεία Γιάννης Φάτσης, περισσότερα εδώ:

Επέμενα και της έδωσα και διάβασε και το εκ βαθέων:
Μετά διάβασα αυτό το κείμενο της Ιουλίας απ' το Ιστολόγιο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Βέροιας, το οποίο αυτή τη στιγμή ο δαίμων του γκουγκλ, δεν μου εμφανίζει!
Μετά απήγγειλα αυτό που το "έκλεψα" από δω:
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ
Το χαμόγελο του Μπαμπά.
Κολώνα του σπιτιού!
Σε φώναζε η μαμά.
Και ‘συ,
πίνοντας τον καφέ σου
στο τραπεζάκι της κουζίνας,
την άκουγες με ικανοποίηση.
Τις κρύες νύχτες του χειμώνα,
μου ‘λεγες παραμύθια ..
Αλήθεια.. που τους έβρισκες
τόσους βασιλιάδες;
Και με το τέλος, μου φώναζες..
«Πρίγκιπά μου!»
και μ’ έστελνες να κοιμηθώ.
Θυμάμαι όλες σου τις μεταμορφώσεις,
απ’ του χρόνου την σμίλη.
Νεαρός, με σγουρά μαλλιά,
με το γαρύφαλλο στο πέτο
και το μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπο.
Μετά, τριανταπεντάρης,
σαρανταπεντάρης…
Και τώρα… μια τεράστια φαλάκρα,
Και λίγο γκρίζο στους κροτάφους.
Όμως σου ‘μεινε το καλύτερο.
Το χαμόγελό σου.
Πριν το πρόσωπό του γίνει σαν δάσος,