Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Του "μόλις"

Ένα καινούργιο πουλί στη γειτονιά μας, εδώ και μέρες.
Ένα πολύ παράξενο πουλί...
Κλαίει συνέχεια, τόσο που σε τρομάζει.
Βουλώνεις τ' αυτιά, μα τ' ακούς.
Όλοι το πρόσεξαν.
Όλοι τ' άκουσαν και τ' ακούνε.
Όλοι συζητάνε γι' αυτό.
Όλοι τρομάζουν...
Όλοι λένε, "Ποιος θα Φύγει;"
Κανένας δεν σκέφτεται το απρόοπτο ή τον εαυτό του...
Όλοι υποθέτουν τον Άλλο... Τον γείτονα ή την γειτόνισσα που είναι άρρωστοι.
Κανένας τους δεν θέλει το κακό.
Ούτε κι εγώ.
Κανένας μας δεν είναι προοληπτικός.
Μήπως εγώ;

Τ' ακούω και μπερδεύομαι. Σα να είναι και μωρά.
Σαν μια πουλομάννα γέννησε κι έχει αργήσει να γυρίσει...
Και τα μωρα πεινάνε.
Ναι, αυτό είναι.
Δεν μπορεί να γεννιέται το κακό.
Αυτό μόνο πεθαίνει.

Ρώτησα την Ματίνα: "Σοβαρά το είδες αυτό το πουλί; Πώς είναι;"
"Ναι, ήρθε και πάνω στη σκεπή. Ένα τόσο δα, είναι. Γκρίζο σαν κουκουβάγια."
"Και πώς το λένε; Δεν υπάρχει πουλί που λέγεται νεκροπούλι!"
"Πώς δεν υπάρχει; Χρόνια τα ξέρω απ' το χωριό μου!"
"Εγώ δεν τα ξέρω. Ας ελπίσουμε μόνο πως ήρθε για καλό στη γειτονιά μας..."

Αποφεύγω πια να "διαβάζω" τα πουλιά. Συνήθως λένε δυσάρεστα.
Πήγα στο χωριό μου, στην Ζαγορά. Χελιδόνια αμέτρητα έσκιζαν τους ουρανούς. Χάρηκα.
Δεκαοχτούρες κατέλαβαν τον ίταμο της θείας Θεανώς. Και γι' αυτά χάρηκα.
Μετά πήγα στην μάννα. Κοίταζα χαμηλά, τυχαία, κι ένα πουλάκι, παράξενο, πρώτη φορά το έβλεπα, καθότανε στο καντερίμι σαν να με περίμενε... Μόλις κόντεψα κοντά του, πέταξε.
Δεν είχα κάνει καμία κίνηση για να φωτογραφίσω. Είχα παγώσει. Για κάποιο λόγο, ένιωσα πως η μάννα με περίμενε και ήταν λυπημένη...
Έτσι ήταν.
Βραδάκι βρήκα τα λουλούδια της, κι εκείνα μετά ήρθαν σπίτι μας...
Σημάδια και σημάδια.

Οι τριανταφυλλιές πνιγμένες στο λουλούδι.
Τα κλωνάρια έσκυβαν στη γη.
Είχαν κοπεί τα σχοινιά μου...
Βαρύς ο χειμώνας, χιόνια κι αέρας, τα 'κοψαν.
Μπροστά στην πόρτα απ' το γεροντομοίρι μου φύτρωσε μια πικραλίδα.
Την άφησα. Δεν προλάβαινα και πολλά.
Μπροστά στην μεσαία πόρτα τα μακριά κλωνάρια της κόκκινης τριανταφυλλιάς είχαν κάνει κύκλο, σαν ένα μεγάλο στεφάνι. Όλα κοίταζαν στο σπίτι. Είχαν κρύψει τις ορτανσίες κι εκείνες ψήλωσαν απ' την πίσω πλευρά ψάχνοντας τον ήλιο.
Ούτε αυτό το πείραξα. Προλάβαινα, το ήθελα και όχι. Τα άφησα όλα ελεύθερα, έτσι όπως εκείνα ήθελαν να ζωγραφίσουν στην αυλή μου.