Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Θέμα μας: τα μυρμηγκάκια!

Σπάστηκα πολύ σήμερα με την απενεργοποίηση της σελίδας μου στο Φέισμπουκ, αλλά... ας μην το συζητάμε!
Πάμε στα μυρμηγκάκια και ότι έχω σε τέτοιο!

Το βιντεάκι αυτό το είδα κατά τύχη χθες στο Φεισμπουκ στον Χρήστο Σαλάτα και μου το έστειλε συμπτωματικά και ο γνωστός πια για σας, φίλος μου Στράτος Δουκάκης!


Για να δουν πώς μοιάζει το εσωτερικό μιας φωλιάς μυρμηγκιών, μια ομάδα ερευνητών έριξε τσιμέντο για 3 συνεχόμενες μέρες σε μια εγκαταλειμμένη φωλιά.
Χώρεσαν 10 τόνοι τσιμέντο. Μετά από έναν μήνα...

...άρχισαν οι ανασκαφές και χρειάσθηκαν εβδομάδες για να ολοκληρωθούν. Αυτό που ανακάλυψαν ήταν εντυπωσιακότατο!
Μια ολόκληρη ¨πόλη¨, με δρόμους, κατοικίες και εξαερισμό. Όλα δείχνουν σαν να ήταν σχεδιασμένα από αρχιτέκτονα. Αυτή η κολοσσιαία πόλη δημιουργήθηκε με την σκληρή εργασία ολόκληρης της κοινότητας των μυρμηγκιών , που αποδείχτηκε εξαιρετικά εκπαιδευμένη, πειθαρχημένη και προσηλωμένη στον σκοπό της.
Το κτίσμα καλύπτει 50 τετραγωνικά μέτρα και έχει 8 μέτρα βάθος.




Καλύτερα που δεν ασχολείσαι με το Φέις, Στράτο μου! Έτσι γλυτώνεις και από εκατοντάδες μηνύματα που θέλουν ξεδιάλεγμα και γενικώς, πολλά χασομέρια!

Πάμε τώρα στις προλήψεις:
Στο χωριό μου λένε πως τα μυρμήγκια είναι φτώχεια! Αν όμως έχουν φτερά, σημαίνουν πλούτη. Εγώ, αν και έχω δει πολλά φτερωτά, δεν τα είδα...
Αχ, λαέ με τα σοφά σου!

Μόλις είδα αυτό το βιντεάκι, θυμήθηκα πως έχω κι εγώ ένα βιντεάκι με μυρμήγκια (μερμήγκια τα λέμε εμείς οι χωριάτες!) που φωτογράφησα πέρσι στην εκκλησία της Παναγίας στην Ζαγορά. Εκεί είχε πολλές φωλιές. Φέτος δεν κατάφερα να πάω, Μεγάλη Η Χάρη της! Ελπίζω όμως πως δεν έχουν φτάσει σε τόσο βάθος κάτω απ' την Εκκλησία!



Κι επειδή έχω και κάτι κομμένες στιγμές απ' το βιβλίο του πατέρα που μιλάει για φτερωτό μυρμήγκι, ας το ανεβάσω κι αυτό, σαν δώρο στον Στράτο Δουκάκη για το βιντεάκι και σαν απόδειξη πως δεν είναι σοφά όλα τα λόγια του λαού, ένα χρόνο περίπου μετά.
( Δεν έρχονται τα πλούτη, ούτε ... με φτερά, δυστυχώς! Πάνε εκεί που ξέρουν να τα εκτιμάνε και να τα πολλαπλασιάζουν! )

.....
Ε, μετά, μπήκα στο πνεύμα. Δεν φυσάει απόψε, ούτε βρέχει, δεν υπάρχουν εμπόδια και έχουμε τακτικά κύματα επικοινωνίας. Ακόμα λέει βράζει το στάρι, στο χαμηλό βαθμό. Ακόμα μπαινοβγαίνει και αλλάζει θέση το λάστιχο στα παρτέρια. Η τηλεόραση κάτι μουρμουρίζει. Φαίνεται δεν την ακούει. Έχει ανοίξει τον υπολογιστή, δεν ασχολείται με φωτογραφίες, ούτε με τραγούδια και βιντεάκια. Φοράει τα γυαλάκια της και κάτι δακτυλογραφεί. Πρώτη φορά, την είδε, λέει, τόσο σκεφτική και μελαγχολική.
«Δεν έχεις δει τίποτα φίλε μου!» του είπα.
Συνήθως κάτι άλλο έκανε. Συχνά την έβλεπε και να γελάει και να σιγοτραγουδάει παρασυρμένη απ’ τα τραγούδια που άκουγε.
Τα νεότερα κύματα λένε πως στράγγισε το σιτάρι, τελείωσε το πότισμα, έκλεισε την πόρτα που της τραβούσε την προσοχή, πότε οι αδέσποτες γάτες που ζυγώνουν στο κατώφλι, για να μπουν μέσα, πότε το κάθε αδέσποτο σκυλί που έχει κάνει δρόμο του την ξέφραγη αυλή της, πότε η ροζ ορτανσία με τα μεγάλα κεφάλια της που πάνε για ρεκόρ μεγέθους φέτος, έσβησε και τα φώτα τα πολλά, χαμήλωσε και την τηλεόραση και συνεχίζει πάλι να γράφει.
«Να γράφει ή να διορθώνει;» τον ρώτησα.
«Δεν ξέρω. Δεν την βλέπω. Δεν μπορώ να καταλάβω. Μπορεί και να διορθώνει. Εκείνη βλέπει την μία μου γωνία κι εγώ έχω για θέα την τηλεόραση, το παράθυρο και τον άσπρο άδειο τοίχο, απέναντι».
«Αν διορθώνει, θα ξεφυλλίζει κάτι εκτυπωμένες σελίδες και θα καταλάβεις», του είπα.
«Δεν ξεφυλλίζει τίποτα. Ένα απλό τσακ τσουκ ακούγεται, σα να φοβάται μη κάνει θόρυβο, σα…» κι αυτός δεν ξέρει.
Δεν χρειάζεται να μου πει πολλά. Καταλαβαίνω. Την ξέρω τόσο καλά την δικιά μου! Την γέννησα. Η δικιά μου γράφει. Απ’ την είδηση ότι βράζει στάρι, κατάλαβα πως έχει μπει σε άλλο κλίμα. Σίγουρα του πεθερού της, αλλά και της μάννας της και της Άλλης μάνας και του δικού της πατέρα. Γιατί όχι; Κι αυτόν τον θυμάται και πάντα του διαβάζει τρισάγιο.
Κατάλαβα. Αύριο θα τους βγάλει στην «αναφορά» όλους. Θ’ αρχίσει απ’ αυτόν που Έφυγε τελευταία, τον Άλλον πατέρα.
«Αναστάσιος», θα διαβάσει ο παπάς στην αρχή, μετά «Ελένη», μετά «Αφροδίτη» και μετά «Δημήτριος». Θα είναι άραγε κανένας τους εκεί; Θα δώσει κάποιος το «παρών»; Το σημάδι του; Λες και να βρέξει; Κανένας δυνατός αέρας, να πάρει και να τα γυρίσει όλα ανάποδα, μπας και μόνο τότε έρθουν στα ίσια τους;
-«Μπα. Καύσωνα είπαν στις ειδήσεις».
Ότι και να γίνει, η δικιά μου θα πάει. Κι εκείνοι, μαζεύτηκαν τόσοι πολλοί εκεί στους ουρανούς (άραγε, θα τα βρίσκουν μεταξύ τους;) όλο και κάποιο σημάδι θα της στείλουν. Όλο και κάποιο πουλί εύκαιρο θα βρουν να της στείλουν, όλο και κάποιο σύννεφο σε σχήμα καρδιάς, όλο και κάποια ξεχασμένη σταγόνα βροχής, ακόμα και κανένα κάτουρο πουλιού, ακόμα και κουτσουλιά, όπως προχθές που έτρωγαν με την Χαρά έξω στην αυλή και ένα πουλί την χαιρέτησε αφήνοντας το σημάδι του πάνω στο μπούτι της.
«Α, τα τα!» ξεφώνησε η Χαρά. «Πώς δεν έπεσε μέσα στο πιάτο σου!»
«Γούρι Χαρά μου, γούρι! Καλό σημάδι!»
Την χάρηκε η δικιά μου την κουτσουλιά! Αν το ήξεραν αυτό τα πουλιά, θα είχαν εξασφαλίσει τουαλέτα. Στον Βόλο που την ξέρουν τα πουλιά, τα σπουργίτια έχουν κάνει κατάληψη στο μπαλκόνι μας. Είδε κι απόειδε η δικιά μου, παραιτήθηκε. Μια φορά τον μήνα το καθαρίζει. Τι να λέει; Ο χρόνος της είναι πολύτιμος. Και να τα κυνηγήσει, δεν θέλει. Έχουν κάνει φωλιά μες τα ξύλα και τα κεραμίδια απ’ το κιόσκι της γειτόνισσας κι έτσι στο δικό μας μπαλκόνι βρίσκει από κουτσουλιές, μέχρι τρίμματα από φελιζόλ, χορταράκια ξερά, χώματα, ακόμα και μωρά πουλάκια έχει βρει που έπεσαν απ’ την φωλιά τους.
Δε βαριέσαι, κυρά μου! «Γούρια!» όπως λες κι εσύ.
-«Να ήταν αυτές μόνο, όλες οι βρωμιές του κόσμου!»
Αυτή τη φορά, έστειλα εγώ επείγον κύμα στον καφετί καθρέφτη του χωριού.
«Τι έγινε, φίλε μου; Τι κάνει τώρα;»
«Ότι έκανε και πριν. Δεν ξανασηκώθηκε απ’ την καρέκλα. Μόνο μια φορά, για να βάλλει ένα ριχτάρι πάνω της, γιατί φαίνεται την βρίσκει πολύ σκληρή και την ενοχλεί περισσότερο στην πλάτη.
Τώρα μου είπε πως κάτι την γαργαλούσε, λέει, στο χέρι και τρόμαξε. Πετάχτηκε πάνω λέει, και είδε να περπατάει πάνω της ένα μεγάλο μυρμήγκι με φτερά. Το τίναξε πέρα κι εκείνο βρέθηκε να περπατάει πάνω στον υπολογιστή της.
-«Να το, το γούρι! Να το, το σημάδι! Έρχονται λεφτά!»
Πούν’ τα δικιά μου; Πούν’ τα;

κ.λ.π....

Τα νέα, καθώς και τα κύματα τρέχουν. Σα να πέρασε ένα μεγάλο καράβι και ταρακούνησε τα λιμνάζοντα νερά.
Η Αύρα σηκώθηκε απ’ το επενδυμένο πια παλούκι-καρέκλα και πήρε την μηχανή. Φωτογράφησε εκείνο το μυρμήγκι με τα φτερά.
-«Όχι που θα τ’ άφηνε!»
«Πώς κάνεις έτσι; Λες κι είσαι κυνηγός! Έτοιμη με το όπλο σου! Τσακ!» της είπε μια μέρα ο άντρας της, καθώς πήγαιναν για μπάνιο.

κ.λ.π.


Όλη η οικογένεια υπό έλεγχο, ακόμα κι από μακριά. Μόνο εκείνο το μυρμήγκι με τα φτερά έφυγε, δεν το βλέπει πια. Τελευταία φορά το είδε που τρύπωξε μέσα στα γράμματα του πληκτρολογίου. Λες να βγήκε όταν εκείνη μιλούσε στο τηλέφωνο, έξω στην αυλή, γιατί μόνο εκεί πιάνει σήμα;
Ε, που θα πήγε; Εδώ στη γύρα θα είναι. Δικό της είναι. Γι’ αυτήν ήρθε άλλωστε.
Μόνο μη γράψει καμιά δύσκολη λέξη και πατήσει κάποιο γράμμα που έκανε φωλιά του και κρυψώνα του! Άραγε, σε ποιο γράμμα να διάλεξε να κρυφτεί; Μήπως στο άλφα που από κει βγαίνει η αγάπη και η ανθρωπιά; Μήπως στο φι, γιατί φοβάται; Μήπως στο ωμέγα που σημαίνει τέλος; Μόνο μη το σκοτώσει, κατά λάθος! Μόνο μη της φύγει το γούρι και χάσει τα λεφτά που περιμένει να ξεχρεωθεί, να ξελασπώσει, να εκδώσει και το βιβλίο και να βρει ένα φυσιολογικό ρυθμό η ζωή της, όπως ήταν πριν φύγουν οι γονείς του άντρα της. Τότε ήξερε. Τόσο δουλεύουμε, τόσα παίρνουμε, τόσα χρωστάμε, τόσα μας μένουν να περάσουμε. Τώρα...

κ.λ.π.

Τα παλούκια τα άλλα τα πήδησε ένα ένα, μαζί με τον άντρα της, κάτι λίγα έμειναν ακόμα, θα τα καταφέρουν. Θα τα πηδήσουν κι αυτά! Κάτι σαν το πήδημα του μερμηγκιού.
Βρε, που να πήγε, που να πήγε; Μη το πατήσει κατά λάθος! Είτε με τα δάχτυλα, είτε με τα πόδια, κινδυνεύει να το πατήσει. Και δεν το θέλει.
Πρέπει να έχει ρέντα απόψε και να γράφει, απ’ ότι μου λένε οι πληροφορίες μου. Τώρα τι γράφει κι αν είναι εντός ή εκτός θέματος του βιβλίου της, δεν ξέρω.

κ.λ.π.

κ.λ.π.
Κλείσε αυτόν τον μαύρο κύκλο, πέτα σαν το μυρμήγκι το φτερωτό! Κι εσύ έχεις φτερά, αρκεί να τα δεις! Δώσε τον επίλογό σου αύριο, εκεί στο χωριό σου, έτσι κι αλλιώς ο παππούς βρίσκεται παντού, δεν έχει νόημα να τρέχεις εκεί στο μνήμα του. Εσύ του έδωσες ότι είχε ανάγκη εν ζωή. Όλα τα άλλα τώρα είναι για τα μάτια του κόσμου....

κ.λ.π.

...που λέει μια παροιμία και άλλη μια που λέει: «Όλα εδώ μένουν!»
Εδώ θα μείνει λοιπόν κι αυτό το βιβλίο, οπότε, πρόσεξε τι θα γράφει! Πρόσεξε τα κουμπιά που πατάς στο πληκτρολόγιο, γιατί κάπου εκεί κρύφτηκε μια ψυχή νωρίτερα. Ήταν εκείνο το μυρμηγκάκι… με τα φτερά. Ξέρω πως εσύ, ακόμα κι αν δεν είχε φτερά, θα το πρόσεχες το ίδιο.
«Γεννιέται ο άνθρωπος, δεν γίνεται» κι εσύ γεννήθηκες έτσι.
Σταμάτα να πατάς τα πλήκτρα, Αύρα! Σώσε τη ζωή αυτού του φτερωτού μυρμηγκιού! Σταμάτα εδώ, τώρα, αυτό το βιβλίο και πέτα και συ στα όνειρά σου!

κ.λ.π.

Το φτερωτό μυρμήγκι είχε πετάξει, ήδη. Το είδε πολύ αργότερα να περπατάει πάνω στον ξεκρέμαστο καθρέφτη και φυσικά το φωτογράφησε. Μετά το άφησε ελεύθερο έξω στην φύση, στην αυλή της, να ζήσει!

Απ' τα κομμένα κι αδούλευτα, για σένα, Στράτο μου!