Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Της Κυριακής







... Βραδάκι, κοντά στη θάλασσα. Μόνη μου, εφόσον δεν ήθελα ν' ανησυχήσω την οικογένεια.
Δεν ήταν στο πρόγραμμα, μάλλον ήταν για τη μέρα, αλλά... προέκυψε. Έτσι προκύπτει μερικές φορές, όταν προγραμματίζουν οι άνθρωποι και ο Θεός γελάει...

Δίπλα στα παγκάκια ένα νεόνυμφο ζευγάρι περίμενε τον φωτογράφο.
Εγώ είχα φτάσει πρώτη.

Δίπλα στο νεόνυμφο ζευγάρι, στο άλλο παγκάκι, ένας κύριος με χαιρέταγε.

"Σας γνωρίζω;" τον ρώτησα, γιατί έτσι κι αλλιώς, ήξερα πως είμαι στα χαμένα.

"Έρχομαι συχνά στο καφενείο σας, ", μου είπε εκείνος χαμογελαστός.

"Με συγχωρείτε, δεν σας θυμάμαι" του είπα και του εξήγησα πως βρέθηκα εκεί.

...Μετά, τράβηξα κατά τη θάλασσα. Ήταν δειλινό και όμορφο δειλινό.




Θυμήθηκα τα ιστιοφόρα όταν έφευγαν, κοίταζα τα μικρά κύματα πως έσπαζαν στα βράχια, κάτι φωτογράφησα για το κολάζ των στιγμών μου, ώσπου άκουσα πίσω μου μια αντρική φωνή να με ρωτάει: "Μόνη σας είστε;"
Γύρισα πίσω μου και είδα τον πελάτη του κεφενείου μου να έχει καθίσει ήδη δίπλα μου, αρκετά κοντά μου.

"Συγγνώμη, δε σας είδα!"
"Το κατάλαβα. Σας ρώτησα, μόνη σας είστε;"
"Ναι. Μόνη μου ήρθα. Είπα να μην ξυπνήσω τον άντρα μου, άλλωστε όλα πήγαν καλύτερα απ' ότι φανταζόμουνα" του είπα. (και εννοούσα για ότι του εξήγησα νωρίτερα)
"Δεν καταλάβατε! Κατερίνα, είπατε σας λένε;"
"Ναι, Κατερίνα!"
Εγώ, ούτε που θυμάμαι το όνομά του, ακόμα, κι ας μου το είπε δυο φορές!
"Σας ρώτησα αν είστε μόνη σας, Κατερίνα, στη ζωή!"

...Κάπου εκεί, ξύπνησα!
"Όχι, φίλε μου, δεν είμαι μόνη μου! Έχω άντρα και δυο παιδιά, ευτυχώς!"
Του εξήγησα του ανθρώπου ποιος είναι ο άντρας μου, ο γιος μου, μια και είναι και πελάτης μου. Για την κόρη μου δεν του είπα πολλά. Δεν είχε νόημα. Δεν είχα βρεθεί εκεί για να γνωρίσω φίλους, ούτε "φίλο".

"Μα, δε μπορεί! Εγώ έχω μάθει πως είστε μόνη σας..." επέμενε αυτός και τελικά μου ζήτησε συγγνώμη, με Καληνύχτησε και έφυγε.
Σε λίγο έφυγα κι εγώ, ενώ ήθελα να μείνω κι άλλο εκεί, να με βρει η νύχτα στη θάλασσα.

Το νεόνυμφο ζευγάρι ακόμα περίμενε τον φωτογράφο.
Μα γιατί άργησε;
Η φιγούρα του πελάτη του καφενείου μου απομακρυνόταν κρατώντας στο χέρι του ένα παιδάκι.
Δεν είχα προσέξει νωρίτερα ότι είχε αφήσει μόνο του το παιδάκι στο παγκάκι.

Άνθρωποι μονάχοι, ανεμοδαρμένοι βράχοι.

Η Πέτρα κάτι ψιθύρησε στ' αυτιά μου:
"Χωρισμένος είναι αυτός. Μόνος. Εσύ τρέξε γρήγορα σπίτι."

Αμ, δεν πήγα.
Άφηνα πίσω μου τη θάλασσα, για να μην παρεξηγηθώ απ' τους άλλους, στο καφενείο μου όμως με περίμεναν οι θαλασσιές μπογιές μου κι ένα παράθυρο ανοιχτό.
Πριν μια ώρα γύρισα. Ήρθε και μου σταμάτησε το "κολύμπι" ο άντρας μου, αφού ξύπνησε, τηλεφωνηθήκαμε και είδε και τον αγώνα του!
Του είπα τα νέα μου, συν τα τυχερά μου, γενικώς...

Γέλασε.
Το τυχερό μου ήταν ότι απόψε γύρισα σπίτι και δεν γέμισα κάποιο άδειο κρεβάτι του Νοσοκομείου...
Το καλυτερότερο.

Υγ. Κι αυτά τα κοράκια, σύννεφο μπροστά μου.
Το ήξερα. Πήγαιναν στα ΚΤΕΛ.
Μετά, γιατί γύρισαν;
Πότε άλλαξαν στέκι;
Ή ήταν ακόμα νωρίς;