Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Μπουμπούνισμα

Από χθες γύρευα μια αφορμή να κλάψω.
Το είχα μεγάλη ανάγκη, μα τίποτα δεν βοηθούσε.

Κάποια στιγμή άκουσα τυχαία τον καιρό.
Είπε βροχές την Πέμπτη.

"Επιτέλους", είπα μέσα μου. ""Αύριο θα μπορέσω να κλάψω"!

Ξημέρωσε η Πέμπτη και έτρεξα στο μπαλκόνι. Ο ήλιος με κοίταζε από ψηλά. Πρώτη φορά νευρίασα μαζί του. Δεν τον ήθελα. Ήθελα βροχή.

Όλη μέρα στο μαγαζί έτρεχα, ίδρωνα και ξίδρωνα. Η μεγάλη απόσταση απ' το σπίτι, δεν βοηθάει για πολλά παγωμένα ντουζ. Ο νεροχύτης στην τουαλέτα και μια δεύτερη ή τρίτη μπλούζα, φτηνή λύση.

Πήγε βράδυ. Πουθενά η βροχή. Άφαντη.
Τα τηλέφωνα έδιναν και έπαιρναν.
Εγώ, η δυνατή. Ο ασθενής, ακόμα δυνατότερος.
Σμίξανε τα βράχια.
Εδώ να κλάψω, εκεί να κλάψω, τίποτα.
Μα που να κλάψεις;
Μεσ' το μαγαζί;
Τι σου φταίνε οι πελάτες; Να ξεσκάσουν ήρθαν.

"Κράτα βράχε, κράτα", έλεγα και ξανάλεγα στον ευατό μου.

"Πέντε φιάλες αίμα;" εγώ θα το βρω, είπα και παραλίγο να βγω να το φωνάξω στον δρόμο.
Βουβάθηκα όμως, γιατί άρχισα να συνηδειτοποιώ.
"Πέντε είπε; Λάθος θα κάνει. Σίγουρα θα χρειαστεί περισσότερο", σκέφτηκα.

"Ποιοί πουλάνε αίμα, ν' αγοράσουμε!" μου είπε η Τ...
"Τι λες, Τ...; μου! Το αίμα δεν αγοράζετε, ούτε πουλιέται! Το δίνουν Άνθρωποι στον Άνθρωπο, γιατί το θέλουν! Ακόμα κι αν πληρώσεις κάποιον, να ξέρεις πως δεν θα τον έχεις ξοφλήσει ποτέ σου!"
"Μα, τί να κάνουμε; Πού θα βρούμε;"
"Εγώ θα σας βρω!" μ' άκουσα να λέω, λες και θα έσφαζα τ' αρνί που δεν έχω...

... Μου ξέφυγε στον Μάκη.
"Εγώ θα δώσω" είπε εκείνος!
Μου φάνηκε σα να ψιχάλιζε...
"θα πω και στον γιο μου. Υπολόγιζε μία σίγουρη φιάλη από μένα και μία με ερωτηματικό, ως να του το πω", συνέχισε εκείνος.
Να, και θα βρέξει, σε λάθος ώρα! Κράτα βράχε, θα χυθεί ο καφές. Πάει το καιμάκι! Καθάρισε γρήγορα τα γυαλιά!

Το καθήκον, καθήκον.
Δε χρειάστηκε ομπρέλα, αν κι όταν πήγα να ρωτήσω για τάβλι, είδα μπροστά μου πολλές σε προσφορά, κι έσκυψα να πάρω μία. Πολύχρωμες ήταν, μα δεν ήταν αυτή η σκέψη που μ' έκανε να πάρω γρήγορα το βλέμμα μου απ' το καλάθι με τις ομπρέλες και να φύγω. Ήταν η άλλη:
"Βρε, ας βρέξει να γίνω μούσκεμα! Τι την θέλω την ομπρέλα; Ειδικά τώρα; Άχρηστη είναι!"

Δεν την πήρα. Γύρισα χωρίς τάβλι και χωρίς ομπρέλα.
Αφού δεν έβρεχε. Τι την ήθελα;
Όσο για το τάβλι, δυο τους έχω. Ας παίξουν με τα μικρά, αφού μεγάλο δεν βρήκα.

περνούσαν οι ώρες, πουθενά η βροχή. Ώσπου το πήρα απόφαση.
"Μην απογοητεύεσαι, αύριο μπορεί να βρέξει. Υπομονή!" έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου.
Κι εκεί που την ξέχασα, πατώντας και ξαναπατώντας ένα πορτοκαλί κουμπάκι, τα ποτήρια μπορεί να είχαν πλυθεί και πέντε φορές απ' την αφηρημάδα μου, δεν είχαν πρόβλημα άλλωστε, μια χαρά δροσίζονταν στο πλυντηριάκι, να 'σου κι ένας πελάτης, που ως γνωστόν, "ο πελάτης έχει πάντα δίκιο", που μου λέει στ΄αυτί:

"Σου δίνω αυτό, δως μου δέκα ευρώ και βάλε μου κι ένα ουίσκυ!"
Τον κοίταζα, σα χαζή.
"Δεν κατάλαβα! Τι θέλεις να πεις;"

Ήθελε να πει ο πελάτης, που πάντα έχει δίκιο, να πάρω το βιβλίο που μου έδινε για δέκα ευρώ, συν την αξία του ουισκιού! Θα κέρδιζα κιόλας, γιατί το βιβλίο έκανε είκοσι πέντε!
Να ' την η τύχη μου βραδιάτικα!
Κι εγώ περίμενα την βροχή!

Αυτός, δηλαδή ο πελάτης που έχει πάντα δίκιο, έλεγε, έλεγε, έλεγε...
"Είχε ανάγκη, δεν χρειαζόταν να μας ακούσουν και οι άλλοι", όπως έλεγε.

"Καταλαβαίνεις τι λες; Σου ζήτησα εγώ κανένα βιβλίο και ειδικά με έκπτωση; "
Του είπα κι άλλα. Με πείραξε ο τρόπος του. Και πατάτες να μου πρότεινε έτσι, με τόσο θράσσος, το ίδιο θα έλεγα. Και το βιβλίο ήταν και χριστιανικό! Ίσως κάποια άλλη στιγμή, με άλλο τρόπο, να το έπαιρνα. Όχι όμως έτσι, επειδή το είχε στο σπίτι του, κι επειδή εκείνος ήθελε να εξασφαλίσει το ποτό του και το δεκάευρο.

Του έδωσα νευριασμένη ποτό και λεφτά, του είπα "ότι είναι λάθος!" κι ότι αύριο που θα είναι νηφάλιος θα το συζητήσουμε το θέμα.
Τότε τον άκουσα να ζητάει συγγνώμη και να κλαίει.
Να' τη η βροχή.
Πάλι μου ξέφυγε. Στον κάμπο πήγε.
"Έχω την γυναίκα μου με καρκίνο, κανείς δεν με καταλαβαίνει..."

Να ' τα και τα μπουμπουνητά:
"Κι εγώ έχω δικό μου άνθρωπο και το' μαθα χθες. Κι εγώ θέλω να κλάψω και να φωνάξω, μα κάθομαι εδώ με το χαμόγελο στα χείλη όλη μέρα. Εσύ το ξέρεις χρόνια, κάθεσαι και κλαίγεσαι όλη μέρα, ζητιανεύεις, πίνεις, δεν λύνονται τα προβλήματα έτσι, του φώναξα σαν υστερική και κοίταζα με ζήλια τα μάτια του που έκλαιγαν, τόσο άνετα και εύκολα.
"Όλος ο κόσμος έχει προβλήματα, μα δεν κάνει όπως εσύ. Να μάθεις να σέβεσαι τους άλλους, για να σε σέβονται και οι άλλοι".

Άστραψα και βρόντησα.
Αλλού πήγε η βροχή.
Κρίμα το νταβαντούρι στον ουρανό.
Άλλος έκλαψε, μα για πολύ λίγο. Συννεφόκαμο ήταν. Το' φερε μαζί του το ουίσκυ, σε αντίδραση με τις μπύρες που έπινε αλλού, όλη μέρα, σε συνδυασμό φυσικά με το χρόνιο πρόβλημα της γυναίκας του. Θα την βοηθούσε περισσότερο όμως, αν δεν έπινε και αν στεκόταν δίπλα της πραγματικά, αντί να πίνει όλη μέρα στα μαγαζιά.

Στο τέλος, με τα λεφτά που του δάνεισα ήθελε να μου πληρώσει τα επόμενα ουίσκυ.
Τελικά, δεν ξέρω τι μου χρωστάει.
Μπορεί να ξέρει εκείνος.

Άβυσσος οι ψυχές και τα προβλήματα των ανθρώπων.
Είναι να μην ξεπεράσεις αυτή την αόρατη λεπτή κόκκινη γραμμή των ισσοροποιών...
Κι εκείνος την ξεπέρασε εδώ και καιρό...
Κι εγώ παιχνιδίζω γύρω της...

Σήμερα ξέφυγα.
Ο μετεωρολόγος είναι ο υπεύθυνος. Μετέδωσε ψευδής ειδήσεις, ή αλλιώς: έπεσε έξω στις προβλέψεις του.

Άντε, το δεύτερο, γιατί η μετερεωλογία δεν είναι πατάτες.
Άντε και ξέσπασα κι εδώ.

(Δεν έχει διορθώσεις. Όπως βγήκε, με τα λάθη του. Οι διορθώσεις είναι για τους φιλολόγους, κι εγώ δεν είμαι. Σαν να λες στη βροχή: οι σταγόνες σου δεν είναι ολοστρόγγυλες...)