Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Θάλασσα Ελίτσας Πουρίου Ζαγοράς Πηλίου



Θάλασσα Ελίτσας Πουρίου Ζαγοράς Πηλίου

Αγαπώ πολύ αυτή τη θάλασσα. Πολλά τα γιατί:
Για το εκκλησάκι
Για την άγρια ομορφιά του
Για τις άπειρες πέτρες πρόσωπα
Για την πέτρα καρδιά που κόπηκε στα δυο
Για τα νερά της που μου "μιλάνε". Που μου δείχνουν τον θυμό τους ή την αγάπη τους, ανάλογα με το τι σκέφτομαι ή με ποια πέτρα της κλέβω.
Για τις στιγμές μου εκεί και τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής.

Γι' αυτό, την νιώθω δικιά μου. Ακούγεται πολύ εγωιστικό και έτσι είναι.
Ξαφνιάστηκα κι εγώ με τον εαυτό μου προχθές, όταν μόλις έφτασα είδα πως ένα ζευγαράκι είχε κατιάσει... στο αγαπημένο μου σημείο.

Κι είναι εκείνο, κοντά στις μεγάλες πέτρες που σχηματίζουν μία ευάερη σπηλιά που δε σε σκεπάζει η πέτρα, βλέπεις ουρανό, δε φοβάσαι...

Έτσι, εμείς κατιάσαμε κοντά στις άλλες πέτρες. Εκεί η θάλασσα δεν είναι τόσο φιλική. Κολυμπάς και σκοντάφτεις πάνω σε πέτρες. Τα πόδια γλιστρούν στις πολύχρωμες πέτρες παγίδες, οπότε το μπάνιο γίνεται μετ' εμποδίων. Δεν το απολαμβάνεις όσο θέλεις το νερό. Δεν κλείνεις τα μάτια. Δεν αφήνεσαι σα φτερό στην αγκαλιά της θάλασσας να σε πάει όπου εκείνη θέλει. Πας μόνος σου, όπου πρέπει και μπορείς.

Δεν το συζητήσαμε με τον άντρα μου, ούτε εγώ γκρίνιαξα. Μου αρκούσε που ήμουνα εκεί. Άλλωστε, αγαπάω την Ελίτσα για όλα της. Όχι μόνο για τα ήμερα, αλλά και για τ' άγριά της.
Ακόμα κι αυτό της συγχώρεσα: που έκλεψε την ζωή του αδελφού της Ελένης και από τότε δεν έχει ξαναπάει σ' αυτή την θάλασσα, εδώ και σαράντα χρόνια.
Εκεί που συμφωνούμε το βράδυ πως θα 'ρθει παρέα μας, εκεί φουρτουνιάζει η συγκίνηση της Ελένης το πρωί και ακυρώνει όλα μας τα σχέδια. Ακόμα κι αυτό, το ν' ανάψουμε μαζί τα καντηλάκια των Αγίων Πάντων, στην μνήμη του, συνέχεια το ακυρώνει.

Την καταλαβαίνω όμως, παρ' όλα αυτά, δεν σταματάω ποτέ να της το προτείνω, να παίρνω το πολυπόθητο "ναι" της, κι ας ξέρω πως δεν θα κρατήσει μέχρι το πρωί.
"Άναψέ μου, Κατερίνα μου, εσύ ένα κεράκι" μου λέει και κάθε χρόνο μου δίνει κι ένα μπουκάλι δικό της λάδι, για να πιαστεί.

Ένα σχεδόν χρόνο μετά, ξαναβρέθηκα εκεί. Μόνο που καθόμουνα κοντά στα άλλα άγρια βράχια. Στην αρχή δεν μ' ένοιαξε. Είχα πράγματα να κάνω. Να πάω στο αγαπημένο μου εκλησάκι, ν' ανάψω τα καντηλάκια και τα κεράκια μου και πολλά βιβλία να διαβάσω και συνάμα, να φωτογραφήσω.

Να μην τα πολυλογώ.
Κάποια στιγμή έπιασα τον κακό εαυτό μου να κοιτάζει προς το μέρος της σπηλιάς και να σκέφτεται εγωιστικά:
"θα πάω να τους πω πως είναι δικό μου το μέρος! Γιατί μου το πήρανε, κι είχα κι ένα χρόνο να 'ρθω! Πώς θα φωτογραφήσω τα βιβλία μου; Πώς θα 'φχαριστηθώ μπάνιο;"

Όταν συνειδητοποίησα τι είχα σκεφτεί, τρελάθηκα!
"Δικό μου;" αναρωτήθηκα.
"Ναι, αφού είμαι από δω, έχω κάποια δικαιώματα" απάντησε πάλι ο δεύτερός μου εαυτός.

Πάνω σ' αυτή την παράλογη σκέψη, ήρθαν στο μυαλό μου άπειρες άλλες σκέψεις.
Τελικό συμπέρασμα λογικών και παράλογων σκέψεων:
κατοχή και ιδιοκτησία δεν υπάρχει στη θάλασσα, ούτε στον ουρανό. Δεν είναι δικός μου ούτε ένας κόκος άμμου, ούτε η πιο μικρή πέτρα που με τόση ευκολία άλλες χρονιές έπαιρνα μαζί μου.

Στο τέλος ζήτησα συγγνώμη απ' τη θάλασσα για τις σκέψεις μου κι εκείνη χαμήλωσε το πάφλασμά της.
Την δέχτηκε.

Τελικά (για να μη μας βγει μυθιστόρημα) κάποια στιγμή αποφάσισα να πάω εκεί, για να κάνω ένα με κλειστά μάτια μπάνιο και με ανοιχτά φωτογράφηση.
Ζήτησα συγγνώμη απ' το ζευγαράκι που θα τους ενοχλούσα λιγάκι με την παρουσία μου και σχετικά σύντομα, έφυγα από κει και τους άφησα πάλι μόνους.

Ναι, αυτό το σημείο, χθες μπορεί να ήτανε δικό μου, εκείνη τη μέρα ήτανε δικό τους, αύριο θα είναι κάποιου άλλου, ποτέ δεν θα είναι ενός!
Όλα ανήκουν σε όλους, για όσο...

Αγαπημένη μου θάλασσα της Ελίτσας! Έφυγα, μα το μυαλό μου και η μισή καρδιά μου, εκεί είναι. Κοντά σου.
Να είναι αναμμένα απόψε άραγε τα καντηλάκια;
Να φωτίζεται άραγε το εκκλησάκι;
Να τραγουδούν άραγε τα τζιτζίκια και τη νύχτα;
Ποιος να ξέρει;