Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Ο ΑΗ-ΒΑΣΙΛΗς ΤΗς ΑΓΑΠΗς

" Ο ΑΗ ΒΑΣΙΛΗς ΤΗς ΑΓΑΠΗς" Υιώτας Στρατή, Νέα Υόρκη


Ο ΑΗ-ΒΑΣΙΛΗς ΤΗς ΑΓΑΠΗς


Τακ τακ, τακ τακ, ο ήχος του μπαστουνιού. Βαρύς, μονότονος στο απέραντο σαλόνι. Το φθαρμένο πάτωμα κατάπινε το θόρυβο μα ο κυρ-Ανδρέας ούτε που το διέκρινε.

Οι αισθήσεις αγνοούν πολλά όταν η μοναξιά κυριαρχεί. Μόνο οι άβαφοι τοίχοι είχαν απορροφήσει σιωπηλά τις ώρες τις ευαίσθητες, κάνοντας τις χαμηλόφωνες αντανακλάσεις τους αναστεναγμούς της απομόνωσης.

-Πάλι οι δυο μας θα περάσουμε και τούτες τις γιορτές! Μόνοι κι έρημοι, Μπέση. Κανένας δεν μας θυμάται... Κανένας δεν θα χτυπήσει τη πόρτα μας... ένα σπίτι άψυχο... ένα τηλέφωνο ακουδούνιστο...

Άδειασαν, φαίνεται, οι καρδιές των ανθρώπων...

Ο κυρ-Ανδρέας σήκωσε το μπαστούνι και με προσοχή ακούμπησε το στρογγυλό κερασόχρωμο κάδρο που δέσποζε στον τοίχο του σαλονιού. Η κίνηση του, στοργική, λες κι ήθελε ν' αγγίξει το παχουλό χέρι της γυναίκας στην ασπρόμαυρη φωτογραφία. 'Ανοιξε την τηλεόραση στο "δέκα τρία" -Εδώ, τουλάχιστον βλέπεις κάτι της προκοπής... τ' άλλα κανάλια με ζαλίζουν με τα ψεύτικα χαμόγελα και τις φανταχτερές διαφημήσεις τους...

Με αργές κινήσεις πιάστηκε από τη ράχη της τετράγωνης πολυθρόνας. Το βλέμμα του έκανε ένα γύρο στα μεγάλα μάτια και στα καλογραμμένα χείλη της Μπέση.

-Μή μου πεις ότι παραγέρασα και παραξένεψα. Σε ρώτησα προχθές, σε ρώτησα πάλι χτες και σε ξαναρωτάω: ναι, να πάω πίσω, αλλά πού και σε ποιον;

Εγω, κοίτα, θα καθήσω και θα περιμένω να μου δώσεις έστω και μια χαζή απάντηση...

-εδώ που τα λέμε, δεν μου έδωσες ποτέ και καμμιά ...έξυπνη! δηλαδή σε πάω πίσω στα "πρώτα" μας χρόνια, τότε που σε μάθαινα πώς να σκέφτεσαι, πού να μιλάς, πότε να μή μιλάς... Τί ήθελες, κυρά μου, να κάνω κι εγώ και τί να πω, εδώ που σ' έφερα, τρυφεράδι κι άμαθο;

Από τη πρώτη μέρα που τη γνώρισε συνήθιζε να την πειράζει. 'Ηξερε πως τα πράγματα που εκείνη είχε σπουδάσει ήταν περισσότερα από τα δικά του, μα κι αυτός, σ' αυτή τη χώρα, είχε προσθέσει τόσα, τα οποία μαζί με το πανεπιστήμιο της κοινωνίας -όπως έλεγε την ακριβοπληρωμένη πείρα του- ήταν πολύ περισσότερα.

Οι άνδρες, πίστευε, πως θα πρέπει να είναι οι δυνατότεροι για να κατευθύνουν το καράβι της ζωής. Κάπου, όμως, ένα αγκάθι δεν ήθελε να φύγει ή να στρογγυλέψει την αιχμή του. Όλο τρυπούσε, όλο και ξεφλούδιζε την ευαίσθητη σάρκα της ισορροπίας.

Εκείνη, η Μπέση του, παρ' όλη τη διαφορά ηλικίας και πείρας, αμέσως κατάλαβε πως αυτό ήταν ένα σημάδι αυτοάμυνας। Γενικά δεν του θύμωνε, τουλάχιστον φανερά।

Εκείνος, ενστικτωδώς, γύρευε τα μάτια της, κι αν διάβαζε την αδιόρατη επίπληξη, άλλαζε τόνο μ' αξιοζήλευτη ευελιξία.

Ο κυρ-Ανδρέας ακούμπησε τη πλάτη στην πολυθρόνα. Κοίταξε χαμογελαστός τη μελαχροινή γυναίκα στη φωτογραφία, τη γυναίκα που του έμαθε την αγάπη, τη γυναίκα που έχασε όταν την χρειαζόταν πιο πολύ. Στο ευρύχωρο σαλόνι με τα νυφιάτικα έπιπλα και τις ξεχρωματισμένες κουρτίνες, ήταν ο μοναδικός ένοικος κι ο μόνιμος επισκέπτης।

Οι εποχές, με τις χίλες δυο φωνές και τ' αμέτρητα χρώματα, φυσιολογικά άλλαζαν και τον προσκαλούσαν, μα για τον κυρ-Ανδρέα, η μοναξιά ήταν οδυνηρή. Ούτε που τις παρατηρούσε. Ο εαυτός του ήταν και ο φίλος του. Ακόμη κι ίδια του η σκια τον ενοχλούσε! Είχε χάσει τελείως το ενδιαφέρον του για συζήτηση, έστω για μια τυπική με τους άλλους επικοινωνία. Τα πάθη του, οι πόθοι του, είχαν ναρκωθεί... αυτό ήταν ένας αργός, προκλητικός θάνατος, ο οποίος, μάλιστα, συχνοπερνούσε και τον ειρωνευόταν με το σφύριγμα του βοριά, πάνω από τη στέγη του... ότι είχε να πει, το μοιραζόταν μόνο με τη Μπέση του. Η φωνή του, συνήθως αργή, μονόχρωμη, ήταν εκείνη που κρατούσε συντροφιά στις σκέψεις του.

Έπρεπε σε κάποιον να μιλά! Για την ηρεμία του μυαλού του, το ένοιωθε πως πρέπει ν' ακούγεται κάποια φωνή σε τούτο το σπίτι, έστω κι αν αυτή ήταν η δική του η φωνή.

Δεν τον ενοχλούσε πλέον η σιωπή της γυναίκας του. Από μικρή, τότε, του το είχε πει, πως ήταν λιγόλογη και σοβαρή... Κοιτούσε στα μάτια εκείνον που της μιλούσε κι αν κατά τη γνώμη της άξιζε να συνεχίσει τη συζήτηση, τη συνέχιζε, άλλωστε εύρισκε μια αληθοφανή δικαιολογία, κι αμέριμνη συνέχιζε το δρόμο της. Ένα ήμερο υφαίστειο με όλη τη θέρμη μα και όλους τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς...

Τον καιρό εκείνο, ιδίως για τους δικούς της, δεν καθόλου λογικό να τη φέρει εδώ, να ζήσουν μια ζωή τελείως άγνωστη για τη κόρη τους... Άνθρωποι νοικοκύρηδες, είχαν τον τρόπο τους, είχε καιρό και χρόνια μπροστά της, δεν χρειαζόταν ν' αποφασίσει αμέσως, μοναχοκόρη κι όμορφη...

Μα η Αγάπη; Ποιος άραγε είπε και ποιος τον πίστεψε, πως η λογική και η αγάπη έχουν τα ίδια μάτια; Η αγάπη, ο ενθουσιασμός, η τόλμη, ανήκουν στους ανθρώπους.

Όπως και η επανάσταση! Η ώριμη, η κατασταλαγμένη απόφαση, η σοφή σκέψη, ανήκει στους διαλεχτούς του Θεού!

Ο κυρ-Ανδρέας, χαμήλωσε τη φωνή του καναλιού. -Κοίτα, απευθύνθηκε στη Μπέση, δίχως να τη κοιτάζει... τώρα με τις γιορτές, η ίδια ατμόσφαιρα... φανταχτερές διαφημίσεις, γλυκανάλατα κάλαντα... τίποτα το αυθόρμητο... τίποτα το γνήσιο, βγαλμένο κατ' ευθείαν από τη καρδιά! επιφανειακή και η χαρά και η συμπόνια. Να! κοίτα πόσο πιστευτή, πόσο καλοντυμένη παρουσιάζεται η υποκρισία, τίποτε δεν άλλαξε! τίποτε! Ευτυχώς, φέτος ο χειμώνας ήρθε γλυκός, ίσως για το χατίρι μου...

Τεντώθηκε να πιάσει ένα μήλο απ' τη γυάλινη φρουτιέρα. Το μαχαίρι γλύστησε στο άγγιγμα του αγκώνα του. Αυθόρμητη η κίνηση με το μπαστούνι, να το φέρει πιο κοντά:

-Ας μπορούσα να σπάσω το γύψο απ' το πόδι! δεν ανέχομαι τίποτε να με πιέζει! με κούρασε κι όλας... μ' ένα μου στραβοπάτημα, και να τί έπαθα! Άσε που οι ανόητοι έσκισαν το καινούριο μου παντελόνι κι είναι το μόνο που μου έρχεται σωστά στη μέση... έμεινε το σακκάκι μοναχό... δεν ταιριάζει με κανένα άλλο! εντάξει, το ξέρω, πρέπει να τα πάω να τα μπάσουν μα τ' αφήνω γι' αργότερα... όσο για τον κυρ-γιατρό, σε τρεις μήνες , είπε, και συ βάλε...

...πεθύμησα, βλέπεις, χειμωνιάτικα, να βγω έξω, να ντυθώ σαν άνθρωπος, σοβαρός κι αξιοπρεπής... όχι ο αέρας ν' ανεμίζει το παντελονόποδο και να γελάνε τα παιδιά μαζί μου...

πού θα πήγαινα, ρωτάς; εκεί, στο πτάμι, όπως πηγαίναμε και μιλούσαμε για το δικό σας το ποτάμι, για το δικό μας το ποτάμι... κι όλα όσα μας θύμιζαν... να περπατήσω πέρα-δώθε στην όχθη, να καθήσω κάτω από τη γέφυρα, έτσι, να επαναφέρω τον πρώτο καιρό που αργο-ανοιγόκλεινε αφήνοντας τα φορτωμένα καράβια να κυλήσουν για τον Ατλαντικό...


Ο κυρ-Ανδρέας, με κόπο διπλώθηκε, σήκωσε το μαχαίρι κι έβαλε τη λεπίδα ανάμεσα στα χείλη του για να τη σκουπίσει! Ήταν μια παλιά επικίνδυνη συνήθεια, όπως τότε που τα χέρια του ήταν ακόμη σταθερά. Πριν αρχίσει το καθάρισμα του μήλου, παραμέρισε τη ξεθωριασμένη κουρτίνα με το μπαστούνι, κοιτάζοντας μακριά τη γέφυρα: -πάει κι αυτή! γέρασε με τα χρόνια... τη ξανα-βίδωσαν, την έδεσαν με ατσάλινα σύρματα, με πελώρια μαδέρια... πάει η ευλυγισία της, πάει η ανάσα της! ένας κοκκινόχρωμος γίγας, να περνούν μόνο αυτοκίνητα και να ταρακουνιέται όταν την παραπιέζουν μεγάλα φορτηγά...

Είχε δίκιο, παρ΄όλη τη γκρίνια του।

Η γέφυρα, όγκος βαρύς κι ακίνητος, στεκόταν καλύπτοντας τον ορίζοντα. Αν δεν υπήρχε εκεί, θα μπορούσε ο κυρ-Ανδρέας να χαίρεται τουλάχιστον τη μεγαλοπρέπεια της ανατολής του ήλιου όταν ξεπρόβαλλε από τον ωκεανό, ή έστω, να χαζεύει τα τοπικά αεροπλάνα που πετούσαν χαμηλά σαν πύκνωνε η ομίχλη... Απλά, η γέφυρα του στερούσε το νοητό ταξίδι, την Έξοδο! 'Οσο για την ανυπόφορη μουρουδιά, όταν καθόντουσαν τα νερά... με κανένα τρόπο δεν θα ήθελα να συγκρίνει τούτο το ποτάμι με τα καθάρια ποτάμια του τόπου τους...

-γι αυτό κι εσύ, απευθύνθηκε στη Μπέση του, ήσουν τόσο προσεχτική πότε θ' άνοιγες τα παράθυρα για λίγο αέρα και να φρεσκαρίσεις το σπίτι!


'Απειρες ήταν οι φορές που κοίταζαν μαζί πίσω απ' τα παράθυρα...


(η...συνέχεια, στο επόμενο!

Σας φιλώ, Υιώτα)