Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Χαθήκαμε...



Χαθήκαμε... Άραγε να φταίν' οι αποστάσεις;
Χαθήκαμε...

Αφιερωμένο στον μικρό μου αδελφό, τον Πανάγο που είναι κοντά μου απόψε, που μου φορτώνει και μου αδειάζει συνάμα τις μπαταρίες μου. Που κοιμάται, που τον σκεπάζω και ξεσκεπάζεται, που με μαλώνει πως ζεσταίνεται, που τον ξανασκεπάζω στα κλεφτά, για να μη μου κρυώσει...
Που τον αγαπάω πολύ και τον χρειάζομαι.
Που σατυρίζει την ηλικία του και λέει πως θ' αργήσει νά 'μπει στο "χορό", κι εγώ σωπαίνω, γιατί είναι παιδί και τα παιδιά δεν τα πληγώνουν ποτέ, λέγοντάς τους: "Ποτέ δεν ξέρεις, ποιος και πότε..."

Πάντα ένας Πανάγος θα τρέχει για τον πόνο στην Ζαγορά. Δεν υπάρχουν γι' αυτόν εμπόδια. Καβαλάει τ' αυτοκίνητο και τρέχει γρήγορα, ξεχνώντας να πάρει, ακόμα και τα φάρμακά του.
Πάντα θα δακρύζει φτάνοντας στα σύνορα του χωριού, πάντα θα κλαίει φεύγοντας από κει.
Σήμερα ξεπροβόδισε τον αγαπημένο φίλο του και ξάδελφο Γοργία.
Πώς το άντεξε;
Δεν το άντεξε, γι' αυτό και απόψε, η χαριστική στάση κοντά μου.
Κι εγώ που θέλω να τον ξυπνήσω, να μιλήσουμε, να το ξημερώσουμε;
Χαθήκαμε...
Καλύτερα να δω αν ξεσκεπάστηκε πάλι και να κοιμηθώ κι εγώ.
Απόψε που έχουμε πιο καλή συχνότητα, σίγουρα θα συναντηθούμε και στα όνειρά μας. Ίσως γίνουμε πάλι παιδιά, με δει πάλι μ'εκείνο το τρύπιο σωσίβιο να επιπλέω στην φουρτουνιασμένη θάλασσα, να με πάνε όπου θέλουν εκείνα τα μεγάλα, τα ανταριασμένα κύματα του Χορευτού, κι όταν με ξεράσουν πέρα στα βράχια, θα με περιμένει εκείνος πάλι με θυμό, για να μου τις βρέξει πάλι, από κει, μέχρι το σπίτι...
Για να το θυμάμαι. Για να μην το ξεχάσω ποτέ, ξανά!

Αχ, ρε Πανάγο!...

Ποιος είπε για την ξενητιά, κάτι; Ποιος είπε πως αλλάζουνε οι άνθρωποι;

Σα να ήταν χθες
(απόσπασμα απ' το "Γράμμα στη μάννα με δύο ν", όπου Αγγέλαρος, Πανάγος!)

Οι γείτονες απορούν. Ίσως κάποιοι και να ζηλεύουν. Σου λέει, τόσα αδέλφια, πώς είναι αγαπημένα και γελούν και γλεντούν όλα μαζί και μένουν και μακριά ο ένας με τον άλλο. Κουφό τους φαίνεται.
Απόψε φάγαμε, ήπιαμε, χορέψαμε, σπάσαμε και κάτι πιάτα, σε κάποια ζεμπέκικα που χόρευαν. Βγάλαμε και κάποιες αναμνηστικές φωτογραφίες, γιατί τελικά, αυτές μένουν, ενώ εμείς φεύγουμε...
Μετά από κάποιες αστείες και σοβαρές συζητήσεις τους έβαλα όλους για ύπνο.
Ο Αγγελής ήπιε πολύ και ζαλίστηκε γρήγορα. Με κρατούσε αγκαλιά και μου έλεγε:
«Σ' αγαπάω αδελφούλα. Έχω δουλειές όμως και οικογένεια και δεν μπορώ να έρχομαι συχνά, να σε βλέπω».
«Δεν πειράζει Αγγελή. Αρκεί να περνάς καλά. Αρκεί να είσαι ευτυχισμένος με την οικογένειά σου. Να μ' αγαπάς και δεν πειράζει που δεν βλεπόμαστε», του απάντησα.
Χαίρομαι που οι άλλοι κοιμούνται. Χαίρομαι που ένα ποτήρι παραπάνω κρασί, τους έκανε ευτυχισμένους και αυθόρμητους. Ακόμη και ο Πέτρος απόψε ξέχασε την γκρίνια του. Εγώ δν θα κοιμηθώ ακόμη γιατί έχω δουλειά. Και ξέρεις τι δουλειά. Να τελειώσω το βιβλίο σου. Τι άλλο;
Τόσες μέρες αναζητούσα τον επίλογο. Έψαχνα αυτό το «κάτι», για να κλείσει αυτό το μεγάλο γράμμα σε σένα. Ήξερα πως ο Αγγελής θα ήταν η σφραγίδα. Το βουλοκέρι. Από μέσα μου παρακαλούσα να έρθει τώρα. Τώρα που είμαι κι εγώ εδώ, γιατί ο Πέτρος θα μείνει κι άλλο. Κι ήρθε κι ο Αγγελής και μαζί του ήρθε και το τέλος του βιβλίου σου.
Έμαθες τα τελευταία νέα απ' όλα τα παιδιά σου. Τώρα ξέρω πως τίποτ' άλλο, δεν μπορεί να είναι σημαντικότερο απ' αυτή τη βραδιά και να με κάνει ν' αλλάξω τον επίλογο.
Κάθε φορά που σου γράφω,...

.... Ο Δημήτρης νευριάζει που ασχολούμαι τόσο με τους άλλους. Πολλές φορές μαλώνουμε γι' αυτό. Αλήθεια! Σε ποιο σχολειό πήγαμε και τα μάθαμε όλα αυτά; Πού μάθαμε εμείς τα παιδιά σου να είμαστε φτωχοί και τίμιοι; Ποιος μας έμαθε να είμαστε «Άνθρωποι» και να τρέχουμε στον πόνο του άλλου; Ποιος έτρεξε στον πόνο τον δικό μας;
Νομίζω πως δεν υπάρχει καλύτερη δασκάλα από Σένα και καλύτερο σχολειό απ' το δικό σου. Της Μάννας με δύο Ν. Ναι δύο Ν. Επιμένω και θα επιμένω. Ας μου βάλουν χίλιες τιμωρίες. Ας απορρίψουν το βιβλίο μου. Για μένα θα είσαι πάντα, η Μάννα με δύο Ν. Εμείς οι δυο θα είμαστε η παραφωνία της Ελληνικής γλώσσας. Ίσως και στις ξένες γλώσσες. Θα ξεχωρίζουμε όμως, όπως μας ξεχώριζαν κι εμάς, κάποτε... Κι όμως, γίναμε «Άνθρωποι»!
Ο Αγγελής που έχει πληγωθεί κι αυτός απ' το χωριό, απόψε, εκεί που χόρευε, φώναζε:
«Ζω! Κι όμως ζω! Είμαι εγώ ο Αγγελής Ο Αγγέλαρος! Κι όμως έφυγα από δω, όπως φύγαμε όλοι μας. Εμείς ζούμε. Ζήσαμε!»
... έβαλε τα κλάματα και κάθισε.
«Κι όμως αδελφούλα μου» μου είπε, «ενώ δεν θέλω, ούτε πέτρα απ' το χωριό, όταν πλησιάζω τα σύνορα του χωριού, με πιάνουν τα δάκρυα....»
και τότε έκλαψε, κρατώντας με αγκαλιά, σαν μωρό παιδί. Τον αγκάλιασα κι εγώ. Τον φίλησα. Του σκούπισα τα δάκριά του. Μόνο εμείς τον καταλαβαίνουμε, γιατί το ίδιο νιώσαμε και νιώθουμε.
Η ώρα είναι τέσσερις. Ξημερώματα Σαββάτου. Ο Έντουαρτ μου κρατάει συντροφιά. Το φεγγάρι κρύφτηκε στα μαύρα σύννεφα τ' ουρανού.
Ίσως βρέξει. Το θέλω πολύ! Το έχω ανάγκη.