Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

Κουλουριασμένη - Γιώτα Στρατή - ΠΟΙΗΣΗ

Ε, να μην το πάρω κι αυτό; Τέτοια ποιήματα δεν γράφονται κάθε μέρα...

...κι εγώ,
σε Φίλες και Φίλους αγαπημένους αφιερώνω
το "...κουλουριασμένη..." που άρεσε, από το βιβλίο μου "ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΜΕ ΑΙΜΑ"
Κουλουριασμένη
(δυο δρασκελιές απόσταση, δυο ανάσες κοντά στο θάνατο...)
Στον ξύλινο πάγκο του διαδρόμου, τεμαχίζω αντοχή ανήμπορη. Διπλωμένη. Κουλουριασμένη. Σχεδόν ανύπαρκτη!
Το σώμα; Φυλακή! Το δέρμα; Λιβάδι στεγνό, διψασμένο.Θυμάμαι, κάπου εκεί κοντά, υπάρχει μια βρύση μεταλλική, αδιαμαρτύρητα αχρησιμοποίητη.Τί να προσφέρει μια χούφτα άγευστο, χλιαρό νερό, όταν χρειάζεται ποτάμι, κελαρυστό, άσωστο...
Τα μάτια; Κλειστά, αγωνίζονται να συγκρατήσουν εικόνες που τρέχουν ατίθασες, με τη δική τους δίψα, τη δική τους ψυχή... Τα χείλη; Σφιχτά, στεγνά, μουδιασμένα, αφίλητα...
Η φωνή; Καναρίνι μοναχικό, αρνείται να κελαηδήσει!
Σποραδικοί ασθενείς στο διάδρομο, φαντάσματα παρελθόντος, σέρνονται, λες και φίδια κομμένα... Η συζήτηση, απούσα! Ο τυχόν σύντομος διάλογος, πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα χείλη, απελπιστικά μόνος...
Κουλουριασμένη... Αμίλητη... Άπελπις...
Τα χέρια μου, σταυρωτά διπλωμένα, αναζητούν τα εύρωστα χέρια σου! Περιφράζουν ακόμη και της καρδιάς τους χτύπους, όπου απομονωμένη έχει απιστηθίσει πολεμικούς ρυθμούς αγρίων πριν ελευθερώσουν ανήμερους αετούς κι ειρηνευτικά περιστέρια πάνω στο κάθιδρο μέτωπό σου...
Τι έχω να σου προσφέρω; Η γαστέρα, στείρα, σάκος για απορίμματα...
Τα πόδια; Διπλωμένα, κάτω από το μακρύ φόρεμα, ασυναίσθητα την αιδώ προστατεύουν...
Κουλουριασμένη...
Χαρτί λευκό, άγραφο, άχρηστο... Ποίημα επώδυνο, ακατανόητα δυσνόητο, αδιάβαστο... Βρύση σαν όμπυο κάτω από ξεραμένο έδαφος...
Πίσω και πάνω, αδιάκριτη η αυγουστιάτικη σελήνη. Μέσα από τη σχισμή των τσιμεντένιων κτιρίων κατεβαίνει να ζεστάνει τ' ακίνητα μάτια μου. Καλύτερα να είναι τα βλέφαρα κατεβασμένα. Το εκδικητικό λευκό των τοίχων, γύρω μου, δεν έχει κάτι καινούριο να προσφέρει... Αν κοιμηθώ, έσβησα!
Ο μέγας φόβος δεν είναι αν θα ξυπνήσω, να σε καλημερίσω!
Είναι αν θα μ' αφήσουν να σ' αγγίξω, να ενισχύσω με την ανάσα μου τα λιγοστά αιμοπετάλια σου, να αιστανθείς το βοριά της αφής μου στο σώμα σου...
να ξυπνήσεις το ναρκωμένο θεριό που σε νίκησε...
να δω στα μάτια σου την Αγάπη,
την αγάπη που τόσο ακριβά πληρώνουμε...