Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

ΚΑΦΕ ΚΛΕΜΕΝΤΕ - Πέρσα Κουμούτση

ΚΑΦΕ ΚΛΕΜΕΝΤΕ

Πέρσα Κουμούτση

ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Είμαι πολύ χαρούμενη που θα γίνει η παρουσίαση αυτού του βιβλίου στον Βόλο!

Μ' αρέσει που "ομορφαίνει" ακόμα περισσότερο η πόλη που ζώ!

Που θα έρθουν δυο φίλες από μακριά!

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Το δωμάτιο είναι σκοτεινό, λιτά επιπλωμένο και ακατάστατο. Στέκεται έτσι, αδιάφορο γι’ αυτήν, ανέπαφο από φροντίδα για πολλές μέρες, πολλές εβδομάδες, δεκαετίες ίσως, δε θυμάται, δε μπορεί να πει με ακρίβεια, όπως δεν μπορεί να πει με σιγουριά πότε άρχισε να αδιαφορεί για όλα, ανθρώπους, αντικείμενα, στόχους, όνειρα και προπαντός για ό,τι άλλοτε δημιουργούσε ελπίδα.

Ανάμεσα στα αδύνατα, κουρασμένα και σκεβρωμένα από το πέρασμα του χρόνου δάχτυλα του δεξιού της χεριού στριφογυρίζει ένα κιτρινισμένο χαρτί, διστακτικά, σα να φοβάται να το αγγίξει, σα να της προκαλεί πόνο. Κι εκείνο σα να επιμένει να την κοιτάζει με δυο αόρατα μάτια, προκαλεί τη δύναμη της θέλησής της, που καιρό τώρα, χρόνια ίσως, είχε αδρανήσει μαζί με την μνήμη και τη διάθεση της για ζωή.

Το στριφογυρίζει αργά αργά, το αφήνει να της ξυπνήσει τη διάθεση περισσότερο με το κιτρινισμένο χρώμα και την τραχιά υφή του.

Το μελάνι με το οποίο είχαν γράψει πάνω του έχει ποτίσει και διαπεράσει το χαρτί σε κάποια σημεία του, σχηματίζοντας ένα ακαταλαβίστικο ιδεόγραμμα, μια ζωγραφιά αφηρημένη, αποσπασμένη από την πραγματικότητα, μα γι’ αυτήν τόσο παραστατική, σχεδόν απτή και συγκεκριμένη.

Αυτή τη στιγμή, το χαρτί είναι ακόμα διπλωμένο στα τέσσερα, στην μπροστινή και στην πίσω όψη του υπάρχουν ξεθωριασμένα γράμματα που πια δεν τα αναγνωρίζει, δε βγάζουν άλλωστε κανένα νόημα, ούτε όταν ξεδιπλώνοντας το καμιά φορά καταφέρνει και τα συνενώνει σε μια λέξη, σε δυο ,ή και σε μια σύντομη φράση… Πρέπει να έχει περάσει πολύς καιρός, αφότου το είχε καταχωνιάσει σε αυτό εδώ το φιλντισένιο παλιό κουτί που ξέθαψε σήμερα τυχαία από το παλιό ερμάρι που είχε αποφασίσει να το πουλήσει στον παλαιοπώλη δυο δρόμους παρακάτω. Σκεφτόταν ότι, στ’ αλήθεια, δεν μπορούσε να πει με ακρίβεια σε ποια ακριβώς περίοδο της ζωής της αναφερόταν αυτό το χαρτί. Ποια σχέση είχε μαζί της..

Το μόνο που μπορεί να συμπεράνει είναι ότι το φιλντισένιο κουτί που η ωχρή του όψη μαζί με την παλαιότητά του ανταγωνίζεται εκείνη του χαρτιού που κρατά ακόμα στα χέρια της που τρέμουν ανεπαίσθητα, το είχε αγοράσει από την Αίγυπτο, και την αγαπημένη της πόλη την Αλεξάνδρεια, όταν ζούσε ακόμα εκεί, στις πρώτες δεκαετίες της ζωής της. Τι θαυμάσια που ήταν εκείνα τα χρόνια της νεότητας , όπου το σφρίγος και η ομορφιά την έκαναν να αισθάνεται πως διαθέτει το πιο ισχυρό όπλο, με μια δύναμη σχεδόν φονική όσο και μεταξένια!

Η ζωής της στη Αίγυπτο ως τα τριάντα της περίπου, ήταν ίσως το μοναδικό κομμάτι της ζωής της που δεν θα ήθελε να σβήσει ποτέ από τη μνήμη της, Όλα τα άλλα, όμως ;…

Μια παράξενη αίσθηση την τυλίγει σφιχτά, όπως μια μάλλινη κουβέρτα γύρω από ένα γυμνό κορμί. Τη θερμαίνει αλλά και ταυτόχρονα την ενοχλεί, σε σημείο που θέλει να απαλλαγεί από το άγγιγμά της..

Η διάθεσή της εδώ και καιρό δεν είναι ήρεμη, επιφανειακά μοιάζει γαλήνια αλλά κάθε της κίνηση κρύβει κάτι σαν αδημονία, σαν να είναι έτοιμη να δεχτεί μια φοβερή αποκάλυψη, μια αποκάλυψη που αφορά αυτή την ίδια, κάτι που έρχεται από το μακρινό της παρελθόν και που ως τώρα το κρατούσε φοβισμένα στη σκοτεινή πλευρά της μνήμης της.

Αφήνει το διπλωμένο χαρτί πάνω στο μικρό τραπέζι, αποφασίζει πως δεν είναι απαραίτητο να σκαλίσει το παρελθόν και να ανοίξει πάλι ξεχασμένες πληγές. Δεν είχαν παρεμβληθεί τόσα χρόνια ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, ανάμεσα στην εποχή της πρώιμης νεότητάς της και στα προχωρημένα γηρατειά ;Τόσες δεκαετίες! Τόσες δεκαετίες που δεν θέλησε καν να τις μετρήσει.

Τώρα, με αργές, διστακτικές κινήσεις στηρίζει τις παλάμες της στα ξεθωριασμένα μπράτσα της πολυθρόνας , βάζοντας δύναμη για να σηκωθεί, χωρίς όμως να είναι απόλυτα βέβαιη ότι θέλει να απομακρυνθεί από το τραπέζι όπου άφησε το χαρτί. Με βήματα σχεδόν σερνάμενα κάνει μια βόλτα γύρω γύρω στο ευρύχωρο αρχοντικό σαλόνι με τα βαριά, επιβλητικά του έπιπλα , όσα τουλάχιστον απέμειναν αφού κάθε τόσο ξεπουλούσε κι από κάτι, αν και περισσότερο σαν μια πράξη λύτρωσης από ό,τι τη βάραινε, για να ανασάνει, όπως δικαιολογούσε κάθε φορά τον εαυτό της. …

Επιστρέφει στην πολυθρόνα, όμως δεν κάθεται, στέκεται μπροστά στο μεγάλο παράθυρο του δωματίου, και γυρίζει το βλέμμα της πάλι προς το μικρό τραπέζι. Γυρίζει το βλέμμα και κοιτάζει το χαρτί για λίγα μόνο δευτερόλεπτα, ύστερα με μια βιαστική και απροσδόκητα αποφασιστική κίνηση αποστρέφει το πρόσωπό της, στέλνοντας τώρα τη ματιά της έξω από το παράθυρο χωρίς να κοιτάζει τίποτα συγκεκριμένο.