Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

... της αντίδρασης...

... Ήμουνα κοντά στην πόρτα του μαγαζιού, αλλά κοίταζα προς τα μέσα, και συζητούσα με δυο γνωστούς και συνάμα φίλους πελάτες.
"Κατερίνα, σε ζητάνε" μου είπε ένας.
"Εμένα; Ποιος;" και γύρισα προς το μέρος της πόρτας, εκεί που έδειχνε το βλέμμα του.
Άνοιξα και βγήκα έξω.
"Ορίστε, τι θέλετε;" πήγαινα να πω, αλλά δεν πρόλαβα. Είδα έναν βιαστικό κύριο να κολλάει ένα κηδειόχαρτο στον τοίχο μου, σχεδόν πάνω μου και τρόμαξα.
"Τι κάνετε κύριε εκεί;" είπα τρομαγμένη. Ένιωσα πραγματικά τόση βιαιότητα, σα να το κολλούσε πραγματικά πάνω μου...
Κι εκείνος δεν απαντούσε, κόλλαγε... Δυο, πέντε, δέκα λευκοπλάστ, να μη ξεκολλάει...
Τα 'χασα. Κόντεψα να λιποθυμήσω.
Κοίταξα σα χαμένη, το βιαστικό σταματημένο αυτοκίνητο. Από μέσα άκουσα τον οδηγό του να μου λέει:
"Εδώ δεν είναι το καφενείο που ήταν στο άλλο στενό;"
"Εδώ είναι..." είπε, ενώ ο άλλος ακόμα κολλούσε κι άλλες ταινίες, πολλές! Γύρω - γύρω... Σαγρέ ο τοίχος, θα ξεκολλήσει...
"Σταματείστε, κύριε! Τι κάνετε εκεί;" φώναζα, μάλλον εκλειπαρούσα... γιατί τα πόδια μου είχαν αρχίσει να παραλύουν.
...Κι εκείνος, συνέχιζε να κολλάει.
"Ε, αφού είναι αυτό (το καφενείο, εννοούσε ο οδηγός) για 'δω είναι! Να το μάθουν οι φίλοι του!

...Για ' δω, ήταν;
Κοίταξα το όνομα. Άγνωστο το επίθετο. Δεν το ήξερα.
"Δεν τον ξέρω τον κύριο, κύριε! Μη μου το κολλάτε εκεί! Δεν αντέχω άλλους θανάτους!"
έλεγα ικευτικά, ενώ κοίταζα σαν χαμένη.
"...Έλα! Πελάτης σου, ήταν!" είπε μ' έναν τρόπο ειρωνικό (;) ο οδηγός, και τον είδα να φεύγει, μαζί με τον άλλον που τόση ώρα (πόση να ήταν και μου φάνηκε χρόνος;) που κολλούσε το χαρτί.
"Εμένα όλοι οι πελάτες μου, ζουν!" φώναζα, και τ' αυτοκίνητο έφευγε. Μού ' χε αφήσει όμως, μερίδα Χάρου...

Μπήκα μέσα, κάτασπρη. Όχι, δε μπορούσα να το δεχτώ, τόσο εύκολα. Δεν το άντεχα. Ήθελα να βάλω τα κλάμματα. Να το βάλω στα πόδια...

Ήπια νερό και τηλεφώνησα στον άντρα μου. Δεν του έλεγε το επίθετο τίποτα, (εμείς τους πελάτες μας τους ξέρουμε με τα μικρά ονόματα, ακόμα και με τα παρατσούκλια τους, ή τα χαιδευτικά τους) αλλά πρόσεξε ότι σήμερα δεν πήγε στο περίπτερο ένας σταθερός πελάτης. "Λες να είναι ο Κατσάς; Δεν ήρθε σήμερα;"
"Κι επειδή δεν ήρθε, τι πάει να πει;" του είπα σχεδόν νευριασμένη.

Δεν ξέρω τι, δεν ξέρω πως, δεν ήθελα να είναι κανένας γνωστός. Δηλαδή, δεν ήθελα να Φύγει κανένας παππούς, αλλά πόσο μάλλον, γνωστός μας!

... "Εσύ, Κατερίνα, δεν έκανες για μαγαζί. Δένεσαι. Είσαι πολύ κοινωνικός άνθρωπος και φθείρεσαι πολύ" άκουσα τον ένα φίλο να λέει. "Εσύ, έπρεπε να ζεις σε άλλη χώρα, ή καλύτερα, δεν θα έπρεπε να γεννηθείς άνθρωπος!"
"Έπρεπε να γεννηθώ ζώο!" συμπλήρωσα και τον είδα να βγαίνει έξω απ' το μαγαζί.

Γύρισα στον νεροχύτη μου. Ήθελα να κλάψω. Να τσιρίξω. Να φύγω, μα δεν γινόταν. Δυο πελάτες, φίλοι, με κρατούσαν εκεί. Το χειρότερο όμως ήταν ότι ένα πένθιμο χαρτί είχε κρατήσει γερή θέση στον τοίχο μου. Δεν το μπορούσα. Ήθελα να ξεκολλήσει από κει και από μέσα μου, μα δεν ήξερα πως...

"Έχουν κολλήσει γύρω γύρω, δε χρειάζεται κι εδώ! Το κακκό μαθαίνεται..." είπε νευριασμένος ο φίλος και τον είδα να κρατάει στα χέρια του ξεκολλημένο πια αυτό το χαρτί.

Τον κοίταζα. Η φωνή μου του έλεγε: "Τι έκανες εκεί; Άσε πρώτα να μάθουμε ποιος ήταν και θα το κολλήσω παραπέρα..."
Κολλάει ο Χάρος παραπέρα, αν έχει βάλει στόχο;
του έλεγα, μα δεν έκανα καμία κίνηση να το πάρω απ' τα χέρια του. Ένιωσα τύψεις, μα κι ένα ξαλάφρωμα. Σα να είχε πάρει ένα μεγάλο βάρος από πάνω μου.

"Θεός Σχωρέσ' τον, τον άνθρωπο, μα εσύ έχεις μαγαζί! "

Τον άφησα με το χαρτί στο χέρι, να το τσαλακώνει, δεν πρόσεξα, και πήγα τρέχοντας στο περίπτερο. "Έμαθες ποιος ήταν; Νίκος Παπαδημητρίου, λεγόταν. Στην Αγία Βαρβάρα είναι αύριο η κηδεία του."
"Αυτός, ήταν! Ο Κατσάς! είπε συγκινημένος ο άντρας μου."
"Εγώ, δεν τον ξέρω!"
"Πως, δεν τον ξέρεις! Τον συμπαθούσες κιόλας! Ο παππούς με το ρώσικο καπέλο..."
"Δεν τον ξέρω!" επέμενα, όπως μουλαρώνουν τα γαιδούρια.

"...Κι ο Τάδε, το ξεκόλλησε..." του είπα λυγισμένη...
"Ποιος και γιατί, το ξεκόλλησε;" με μάλωνε νευριασμένος, μα εγώ είχα φτάσει στη στροφή. Είχα αφήσει ένα μαγαζί μόνο του, κι έναν άδειο τοίχο.

Γύρισα. Βρήκα το χαρτί και το κόλλησα ξανά, λίγο πιο πέρα... Λίγο πιο κει, που το είχε κολλήσει ο κύριος, τόσο βίαια.Με λιγότερα τσιρότα. Να ξεκολλήσει, αν γίνεται... Να μην είναι αλήθεια, όσο κι αν οι αποδείξεις είναι τρανταχτές.

Ήρθα σπίτι για λίγο και θα ξαναφύγω. Θέλω όμως, να κοιμηθώ. Για λίγο. Μόνο για λίγο. Ξεχάστηκα, γράφοντας. Παρασύρθηκα και δεν πρέπει. Δυο λέξεις μόνο, ήθελα να πω:
"Καλό Ταξίδι, κύριε Νίκο!"