Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε• αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας. Γιάννης Ρίτσος (το νόημα της απλότητας)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ είπε...

Οι τόποι που γνωρίσαμε δε χάνονται.
Κρεμιούνται στις λέξεις και τις χειρονομίες μας,αναπαύονται στο βυθό των ματιών μας.
Τα "χνάρια" ήταν από μέταλο που έκαιγε.
Κι ακούμπησε την καρδιά μας.

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Η δική μας οικογένεια - Βασίλης Μητσάκης

Η δική μας οικογένεια

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ

ΘΕΑΤΡΟ

ΠΥΛΗ

ΑΘΗΝΑ 1982

ΑΛΛΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: Η ώρα της κρίσης (δράμα, εκδόσεις ΠΥΛΗ)

Το εξώφυλλο είναι του Σάββα Χαρατσίδη

Τα πρόσωπα του έργου:

ΜΑΝΑ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ
ΗΛΙΑΣ
ΝΑΣΟΣ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ
ΠΑΤΕΡΑΣ
ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ

Το ποίημα «Ο αποχαιρετισμός του Αστυάνακτα» στις σελίδες 94-95, εκτός από τους στίχους 20,21,22, είναι του Πέτρου Κυπριωτέλη, δημοσιευμένο στη συλλογή «Μετεωρολογικό Δελτίο (1970), με τον τίτλο «Αποχαιρετισμός».

Πατέρας
Γιατί δε μούπες πως είναι μέσα το παιδί;…

Μάνα
Δε με ρώτησες!...

Πατέρας
Θα πάω να του μιλήσω. Να μου φέρεις μέσα τον καφέ.

(Ο πατέρας ανοίγει αποφασιστικά την πόρτα και μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Ο Δημήτρης που άκουσε όλη τη σκηνή γυρίζει και του χαμογελάει με συμπάθεια. Ο πατέρας παρεξηγεί το χαμόγελό του και γίνεται άκαιρα επιθετικός)

Πατέρας
Α, εδώ είσαι σύ;

Δημήτρης
Δε με βλέπεις πού…

Σε βλέπω, δεν είμαι στραβός! Φοβάσαι;

Δημήτρης
Ποιο πράγμα;

Πατέρας
Που με διώξαν απ’ τη δουλειά…

Δημήτρης
Όχι πατέρα.

Πατέρας
Δε θέλω να φοβάσαι για τίποτα εσύ! Όσο και να μην το θέλουν κάτι Αργυρόπουλοι, εσύ θα σπουδάσεις οπωσδήποτε… Τη γη θα σκάψω με τα νύχια μου για να σε σπουδάσω… Να ζήσω μονάχα, να σε καμαρώσω μια μέρα σ’ ένα μπαλκόνι της Πλατείας Συντάγματος στην Αθήνα, να υπερασπίζεσαι τα δίκαια της εργατιάς, και την άλλη ώρα ας πεθάνω…

(Τα μάτια του πατέρα γυαλίζουν απ’ τη συγκίνηση και τα σπασμένα νεύρα του. Ο Δημήτρης τον κοιτάζει. Θέλει να σηκωθεί και να τον αγκαλιάσει, αλλά διστάζει. Και μ’ όση τρυφερότητα έχει σωρευτεί βαθιά μέσα του, του λέει)

Δημήτρης
Φτωχέ μου πατέρα!...

Πατέρας
Ε;…
(Μετέωρος καθώς νοιώθει, παίρνει τη φράση για ειρωνεία και κουμπώνεται. Θέλει να γυρίσει πίσω στην κουζίνα. Ο Δημήτρης εξακολουθεί να τον κοιτάζει με τρυφερότητα και αγάπη)

Πατέρας
(Στρίβει για την κουζίνα). Εσύ έχεις διάβασμα και γω σ’ απασχολώ.

Δημήτρης
(Σηκώνεται, τον σταματάει). Όχι, δε μ’ απασχολείς… Έλα, κάθησε!...

(Ο πατέρας προχωρεί και κάθεται στην καρέκλα πλάι του που του δείχνει ο Δημήτρης. Κάθεται κι ο ίδιος)

Δημήτρης
Θέλεις να σου διαβάσω τίποτα;…

Πατέρας
Διάβασέ μου…

Δημήτρης
Τι θέλεις να σου διαβάσω;…

Πατέρας
Ότι νάναι…

Δημήτρης
Τότε θα σου διαβάσω, το τελευταίο μου ποίημα. Λέγεται «Ο αποχαιρετισμός του Αστυάνακτα»… Σίγουρα δεν θα ξέρεις ποιος ήταν ο Αστυάνακτας;…

Πατέρας
Όχι, δεν ξέρω…

Δημήτρης
Ένα μικρό παιδί!... Γιος του Έκτορα και εγγονός του Πρίαμου του Βασιλιά της Τροίας… Είδε να σκοτώνουν τον παππού του, είδε τον πατέρα του να σέρνεται δεμένος πίσω απ’ το άρμα του Αχιλλέα, είδε τους πολιτισμένους Έλληνες στρατιώτες να βιάζουν τη μάνα του την Ανδρομάχη και την θεία του την Κασσάνδρα κι ύστερα να τις σέρνουν απ’ τα μαλλιά μαζί με τη γιαγιά του την Εκάβη σκλάβες στο καράβι του Αγαμέμνονα. Κι είδε τους μεθυσμένους στρατιώτες να τον αρπάζουν απ’ την αγκαλιά της μάνας του και πιάνοντάς τον τέσσερις απ’ τα χέρια και τα πόδια σαν το κατσίκι να τον ζυγιάζουν πάνω απ’ τα τείχη της Ακρόπολης πριν τον γκρεμίσουν πάνω στα βράχια…
Άκου το ποίημα:

Αντίο φίλοι,
παιδικοί κήποι της Εδέμ,
όνειρα μιας ανεπίστρεπτης πρωίας,
ήχοι μακρυνοί και ασύλληπτοι,
Αντίο.
Τώρα, μου μίλησε η σιωπή.
Το έρεβος μιας πολικής νύχτας.
Η γεωμετρία του τίποτα,
που καλεί την ψυχή στο όριο μηδέν,
θεικό δώρο
της ανερμήνευτης μοίρας μας.
Τώρα όλα
καλούνε στο θάνατο.
Αντίο λοιπόν φίλοι.
Γαλανά μάτια
σαν ανοιξιάτικα πρωινά του Αιγαίου.
Λευκές αγάπες,
τυλιγμένες στη θεία μαγεία,
Αντίο.
Οι Έλληνες,
στρατοπέδεψαν κιόλας
έξω από τα τείχη.
Κι αύριο,
πιθανόν να πεθάνω.
Ιδιαίτεραι προσκλήσεις
δε θα σταλώσι.

( Παύση. Ο πατέρας κοιτάζει το Δημήτρη με τέλεια απογοήτευση)

Πατέρας
Τι είν’ αυτά που γράφεις παιδί μου;…

Δημήτρης
Τι πατέρα;

Πατέρας
Αυτό όλο για θάνατο μιλάει…

Δημήτρης
Γράφω για ό,τι νοιώθω μέσα μου και γύρω μου… Μήπως η αποψινή σου απόλυση δεν είναι κι αυτή ένας θάνατος;…

Πατέρας
(Σηκώνεται). Όχι!... Εγώ άλλα όνειρα έπλαθα για σένα…

Δημήτρης
Λυπάμαι που σ’ απογοητεύω…
Σελίδα 94-95

......
........

Τον κύριο Βασίλη Μητσάκη και την γυναίκα του κυρία Αμαλία Γκιζά, δεν τους γνώριζα. Δεν είχε φτάσει τίποτα γι’ αυτούς στ’ αυτιά μου, παρόλο που είμαι κι εγώ κάτοικος Βόλου. Με αφορμή όμως πέρσι την εκδήλωση για τον Γιάννη Ρίτσο στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου, άκουσα τις φωνές τους να απαγγέλλουν ποίηση και τ’ αυτιά μου ξεβούλωσαν ξαφνικά. Αυτές οι φωνές είχαν πάθος και τους θαύμασα πολύ, παρόλο που και τότε δεν ήξερα ούτε τα ονόματά τους!
Από τότε, πέρασε ο καιρός και με αφορμή τα χνάρια μου, έσμιξαν και τα χνάρια μας! Έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία, πρώτα να τους γνωρίσω ως ανθρώπους και μετά ως ταλέντα! Έτσι έμαθα ότι και οι δυο τους είναι ηθοποιοί που άφησαν την πρωτεύουσα για να δώσουν «κάτι» απ’ την τέχνη τους στον Βόλο!
(Αυτό και μόνο, το θαύμασα!)
Στην πορεία έμαθα και πως ο κύριος Βασίλης είναι και θεατρικός συγγραφέας!
Φυσικά του ζήτησα βιβλίο, μα τέτοιες εποχές… πού να βρεθούν τα πολλά αντίγραφα; Ευγενέστατος ο κύριος Βασίλης μου έδωσε ένα απ’ τα μετρημένα του, παρακαλώντας με να του το επιστρέψω!

Εγώ και να ξαναδιαβάσω βιβλίο και μάλιστα θεατρικό, χωρίς σημειώσεις, ποτέ! Έτρεξα και το έβγαλα φωτοτυπία.
Το τι έχω σημειώσει σ’ αυτό το έργο, δε λέγεται, ούτε και επιτρέπεται ή μπορώ να το σκανάρω ολόκληρο, για να το διαβάσετε κι εσείς.
Για ένα πράγμα λυπάμαι πολύ. Θεωρώ άδικο όταν έργα διαχρονικά και κλασσικά που «λένε» κάτι παραπάνω, δεν υπάρχουν στις βιβλιοθήκες, στα θέατρα, στις γνώσεις μας.
Γνωρίζοντας περισσότερο τον κύριο Βασίλη και την κυρία Αμαλία, ντράπηκα που εκείνοι ήξεραν περισσότερα για μένα…
Δεν ήξερα που να κρυφτώ. Κι αν το προσπάθησα, γιατί μετ’ εμποδίων κατάφερα να διαβάσω κι αυτό το βιβλίο, ήρθαν εκείνοι και με βρήκαν, τιμώντας εμένα και τα χνάρια μου!
(Έκανα μια βδομάδα να το διαβάσω, εγώ που θα το τέλειωνα σε μια βραδιά! Διάβαζα λίγες λίγες σελίδες, σε απίθανες ώρες και σημεία, κι ένιωθα πως ένας αόρατος «χασάπης» μου έκοβε ανάσες!)

Πολύ δυνατό έργο! Αγγίζει πιστεύω πολλές οικογένειες του χθες και του σήμερα, απλά, λίγοι συγγραφείς έχουν «τα κότσια» να τα γράψουν και να το παίξουν και στο σανίδι!

Του βγάζω το καπέλο του κυρίου Βασίλη και τον «Συγχαίρω» και από δω! Του εύχομαι να ξαναγράψει σύντομα και εύχομαι ολόψυχα στον ίδιο και στην γυναίκα του, Υγεία, Ευτυχία, Επιτυχία και Παντοτεινή Αγάπη μεταξύ τους!

Είναι χαρά μου και τιμή μου που τους γνώρισα και τους «Ευχαριστώ» πολύ γι’ αυτό!

Υγ. Όταν ξεκίνησα να δακτυλογραφώ, με παρέσυρε η διευκρίνιση στη σελίδα 8 για το ποίημα του «Αστυάνακτα» και άρχισα από κει! Οπότε, κάποια άλλα σημειωμένα αποσπάσματα (απ’ το πλήθος), λόγω χρόνου, μόνο σε εικόνες!



Κι αυτό, γιατί, η οικογένεια είναι δέντρο. Έχει ρίζες, κορμό, κλαδιά...